Η περιοχή του Περσικού Κόλπου βιώνει τα τελευταία χρόνια έναν οικονομικό μετασχηματισμό, με τις μη ενεργειακές εξαγωγές να καταγράφουν σημαντική αύξηση και να καθίστανται βασικός πυλώνας ανάπτυξης και διεθνούς εμπορίου.
Στοιχεία της ICC δείχνουν ότι οι μη ενεργειακές εξαγωγές των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), μαζί με το Ιράν και το Ιράκ, φτάνουν ετησίως τα 350-370 δισ. δολάρια. Αυτή η τάση σηματοδοτεί τη μετάβαση των οικονομιών της περιοχής από ένα αποκλειστικά ενεργειακό σε ένα διαφοροποιημένο εξαγωγικό μοντέλο.
Σε σημερινή ανακοίνωσή του, το ΕΒΕΠ αναφέρεται στις επιπτώσεις του πολέμου στις μη ενεργειακές εξαγωγές των χωρών του Κόλπου.
Στα σχετικά στοιχεία, κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, συγκεντρώνοντας σχεδόν το 45% των μη ενεργειακών εξαγωγών της περιοχής και λειτουργώντας ως διεθνής κόμβος εμπορίου και επανεξαγωγών. Η Σαουδική Αραβία ακολουθεί με περίπου 24%, ενισχύοντας τη βιομηχανική της βάση μέσω της στρατηγικής «Vision 2030». Το Ιράν, παρά τις διεθνείς κυρώσεις, κατέχει μερίδιο περίπου 14%, με 55 δισ. δολάρια ετησίως σε μη ενεργειακές εξαγωγές, αποτελώντας τον βασικό παραγωγικό πόλο εκτός του πλαισίου του GCC.
Οι κύριοι κλάδοι που στηρίζουν αυτή τη δυναμική είναι τα πετροχημικά προϊόντα, τα λιπάσματα, τα μέταλλα, τα δομικά υλικά, καθώς και οι επανεξαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού και οχημάτων. Το 85% των μη ενεργειακών εξαγωγών συγκεντρώνεται στα ΗΑΕ, τη Σαουδική Αραβία και το Ιράν. Σημαντική είναι η συμβολή της περιοχής στα αζωτούχα λιπάσματα, όπως η αμμωνία και η ουρία, καθώς καλύπτει το 40% του παγκόσμιου εμπορίου σε αυτές τις κατηγορίες, συνδέοντας άμεσα την περιοχή με την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.
Η γεωστρατηγική θέση της περιοχής, ιδιαίτερα τα Στενά του Ορμούζ, ενισχύει τη σημασία αυτών των εξαγωγών, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων και πρώτων υλών διέρχεται από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα. Εντοπίζονται, ωστόσο, διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών. Το Μπαχρέιν και το Ομάν έχουν επικεντρωθεί στη μεταλλουργία και τη βιομηχανική εξειδίκευση, ενώ το Κουβέιτ και το Ιράκ διατηρούν περιορισμένη διαφοροποίηση και υψηλή εξάρτηση από τα έσοδα των υδρογονανθράκων.
Αυτές οι εξελίξεις δημιουργούν νέες προκλήσεις για την Ευρώπη και την Ελλάδα, ειδικά στους τομείς του εμπορίου, των εφοδιαστικών αλυσίδων και της ενεργειακής μετάβασης. Προτεραιότητες αποτελούν η ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων, η αξιοποίηση των κόμβων logistics και η παρακολούθηση των γεωπολιτικών κινδύνων για τη χάραξη στρατηγικής. Ο μετασχηματισμός του Περσικού Κόλπου σε ένα σύνθετο εξαγωγικό οικοσύστημα, με αλληλεπίδραση εμπορίου, βιομηχανίας και γεωπολιτικής, επηρεάζει άμεσα την παγκόσμια οικονομία.
Παρά την ανάδειξη του Περσικού Κόλπου σε κομβικό σημείο για τις μη ενεργειακές εξαγωγές, η γεωπολιτική αστάθεια και η κλιμάκωση των συγκρούσεων εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για το παγκόσμιο εμπόριο. Τα σενάρια παράτασης του πολέμου στη Μέση Ανατολή διαμορφώνουν ένα περιβάλλον υψηλού ρίσκου. Οι βασικές επιπτώσεις περιλαμβάνουν την αύξηση του κόστους μεταφορών και ασφάλισης, καθώς η ενίσχυση του γεωπολιτικού κινδύνου οδηγεί σε άνοδο των «war risk premiums» και των ναύλων, επηρεάζοντας τις τιμές των εξαγόμενων προϊόντων.
Παρατηρούνται σοβαρές διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες λόγω του ενδεχόμενου περιορισμού της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, που αφορά έως και το 25-30% του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων και βασικών πρώτων υλών. Αναπόφευκτες είναι οι πρόσθετες αυξήσεις στις τιμές τροφίμων και αγροτικής παραγωγής, καθώς η διατάραξη στην προσφορά λιπασμάτων μετακυλίεται άμεσα στο κόστος παραγωγής, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς, ιδίως στην Ευρώπη. Η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών και προμηθευτών για τις εμπορικές ροές θα επιφέρει αύξηση του συνολικού κόστους. Η γεωπολιτική αστάθεια επιπλέον προκαλεί επενδυτική αβεβαιότητα, επηρεάζει νέα σχέδια και επιβραδύνει τη μετάβαση σε νέα παραγωγικά μοντέλα.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές υπογραμμίζουν την ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων, τη διαφοροποίηση προμηθευτών και την αξιοποίηση στρατηγικών συνεργασιών στη ναυτιλία, τα logistics και τη βιομηχανία. Εν κατακλείδι, οι μη ενεργειακές εξαγωγές του Περσικού Κόλπου έχουν εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα της παγκόσμιας οικονομίας, με τη γεωπολιτική αστάθεια να επηρεάζει καθοριστικά τη δυναμική τους.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, δήλωσε σχετικά: «Οι μη ενεργειακές εξαγωγές του Περσικού Κόλπου συνιστούν έναν ακόμα κρίσιμο παράγοντα αστάθειας για την παγκόσμια οικονομία. Η διεθνής εξάρτηση από προϊόντα όπως τα λιπάσματα, τα χημικά και τα βιομηχανικά υλικά αναδεικνύει την περιοχή σε νευραλγικό κόμβο, όχι μόνο ενεργειακό αλλά και εμπορικό. Η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή αυξάνει το κόστος μεταφορών, εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις και θέτει σε δοκιμασία την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η απάντηση πρέπει να είναι η στρατηγική διαφοροποίηση των προμηθευτών, η ενίσχυση των logistics και ο ενεργός ρόλος της ναυτιλίας. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η οικονομική ανθεκτικότητα θα εξαρτηθεί από την ικανότητα προσαρμογής και τη σύναψη ισχυρών διεθνών συνεργασιών.»

