«Στο ψυγείο» 41 δισ. ευρώ χρέη – Η ΑΑΔΕ ξεκαθαρίζει το βουνό των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

«Στο ψυγείο» 41 δισ. ευρώ χρέη – Η ΑΑΔΕ ξεκαθαρίζει το βουνό των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Νέο ξεκαθάρισμα στο βουνό των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο δρομολογεί η ΑΑΔΕ, βάζοντας στο «ψυγείο» επιπλέον 6 δισ. ευρώ χρέη που θεωρούνται πρακτικά αδύνατο να εισπραχθούν. Με την κίνηση αυτή, το συνολικό ύψος των οφειλών που έχουν χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτες είσπραξης αναμένεται να ξεπεράσει τα 41 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026, αντιπροσωπεύοντας πλέον πάνω από το ένα τρίτο των συνολικών ληξιπρόθεσμων χρεών προς τη φορολογική διοίκηση.

σχετικά άρθρα

Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στη συνεχιζόμενη προσπάθεια της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων να διαχωρίσει τις οφειλές που μπορούν να ανακτηθούν από εκείνες που, παρά τις επίμονες προσπάθειες των ελεγκτικών και εισπρακτικών μηχανισμών, θεωρούνται ουσιαστικά ανεφάρμοστες ως προς την είσπραξή τους.

Σήμερα, τα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο ανέρχονται σε 114,516 δισ. ευρώ. Από αυτά, 35,264 δισ. ευρώ έχουν ήδη χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης. Με την προσθήκη ακόμη 6 δισ. ευρώ, το σχετικό ποσό θα φθάσει στα 41,264 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου στο 36% του συνολικού χρέους.

Ποιες οφειλές μπαίνουν στο «ψυγείο»

Οι περισσότερες από τις συγκεκριμένες οφειλές προέρχονται από υποθέσεις πολλών ετών, οι οποίες συνδέονται με πτωχευμένες επιχειρήσεις, εταιρείες που έχουν διακόψει οριστικά τη δραστηριότητά τους ή φυσικά πρόσωπα που έχουν αποβιώσει χωρίς να υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία προς αξιοποίηση.

Παρά τις ενέργειες των φορολογικών και τελωνειακών υπηρεσιών, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός περιουσίας ή εισοδημάτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε έστω και μερική είσπραξη των οφειλών. Για τον λόγο αυτό παραμένουν επί δεκαετίες καταγεγραμμένες στα μητρώα της φορολογικής διοίκησης χωρίς ουσιαστική προοπτική ανάκτησης.

Η διαδικασία χαρακτηρισμού

Ο χαρακτηρισμός μιας οφειλής ως ανεπίδεκτης είσπραξης δεν γίνεται αυτόματα αλλά απαιτεί συγκεκριμένες εγκρίσεις, ανάλογα με το ύψος του χρέους.

Για βασικές ληξιπρόθεσμες οφειλές έως 300.000 ευρώ, η απόφαση λαμβάνεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ ή του Τελωνείου. Για ποσά από 300.000 ευρώ έως 3 εκατ. ευρώ απαιτείται απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ, ύστερα από εισήγηση των αρμόδιων υπηρεσιών είσπραξης. Για χρέη άνω των 3 εκατ. ευρώ, τον τελικό λόγο έχει επίσης ο Διοικητής της Αρχής, μετά από εισήγηση της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης.

Βασική προϋπόθεση αποτελεί η ολοκλήρωση όλων των ερευνών για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων, η διαπίστωση αντικειμενικής αδυναμίας είσπραξης και η εξάντληση των προβλεπόμενων νομικών διαδικασιών.

Τα νέα κριτήρια

Με τις αλλαγές που θεσπίστηκαν το περασμένο καλοκαίρι στον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, διευρύνθηκε το πλαίσιο χαρακτηρισμού οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης.

Πλέον, ακόμη και όταν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία στο όνομα του οφειλέτη ή συνυπόχρεων προσώπων, οι οφειλές μπορούν να ενταχθούν στο ειδικό καθεστώς εφόσον η αξία της ακίνητης περιουσίας δεν ξεπερνά το 5% της συνολικής βασικής οφειλής και σε κάθε περίπτωση τις 100.000 ευρώ.

Αντίστοιχα, για κινητή περιουσία, το ανώτατο όριο έχει οριστεί στις 30.000 ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι η αξία της κρίνεται δυσανάλογα μικρή σε σχέση με το ύψος του χρέους.

Οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν στη φορολογική διοίκηση να αντιμετωπίζει με πιο ρεαλιστικό τρόπο περιπτώσεις όπου η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης θα είχε υψηλό κόστος και ελάχιστο εισπρακτικό αποτέλεσμα.

Τι σημαίνει για τους οφειλέτες

Η καταχώριση μιας οφειλής στα ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης δεν ισοδυναμεί με διαγραφή του χρέους. Αντιθέτως, το Δημόσιο εξακολουθεί να διατηρεί πλήρως τις αξιώσεις του.

Οι οφειλές παραμένουν σε ειδικό καθεστώς για διάστημα δέκα ετών από το τέλος του έτους καταχώρισης, ενώ ταυτόχρονα αναστέλλεται η παραγραφή τους.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι οφειλέτες δεν μπορούν να λάβουν φορολογική ενημερότητα, παρά μόνο βεβαίωση οφειλής, ενώ δεν εκδίδονται και τα απαιτούμενα πιστοποιητικά για μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, εκτός από ειδικές περιπτώσεις όπου το τίμημα κατευθύνεται στην εξόφληση των χρεών.

Παράλληλα, δεσμεύονται τραπεζικοί λογαριασμοί, επενδυτικά προϊόντα και θυρίδες, ενώ το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προχωρήσει σε κατασχέσεις, συμψηφισμούς ή άλλα μέτρα είσπραξης εφόσον στο μέλλον εντοπιστούν νέα περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα.

Με άλλα λόγια, τα χρέη δεν σβήνουν από τα βιβλία του κράτους. Απλώς μεταφέρονται σε ένα ειδικό καθεστώς παρακολούθησης, μέχρι να διαπιστωθεί αν προκύψει κάποια δυνατότητα ανάκτησης μέρους ή του συνόλου των οφειλών.