Η ελληνική αγορά βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής, καθώς συμπληρώνονται δύο μήνες από την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Οι καταναλωτές εκφράζουν φόβους για νέο κύμα ανατιμήσεων και αδυνατούν να διαχειριστούν την έντονη οικονομική ανασφάλεια που τους περιβάλλει, παρά τα δύο πακέτα έκτακτων μέτρων που έχει λάβει η κυβέρνηση για την αποτροπή κερδοσκοπικών φαινομένων και την ενίσχυση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους να συγκρατήσουν το αγοραστικό ενδιαφέρον, να αντιμετωπίσουν τις διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας και να περιορίσουν τις επιβαρύνσεις από την αύξηση των τιμών ενέργειας και του μεταφορικού κόστους.
Σημάδια επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης καταγράφονται από τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν την περασμένη Πέμπτη. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε τον Μάρτιο στις 106,8 μονάδες, από 107,6 μονάδες τον Φεβρουάριο. Η εξασθένηση των προσδοκιών παρατηρήθηκε σε όλους τους επιχειρηματικούς τομείς, καθώς και στην καταναλωτική εμπιστοσύνη. Ειδικότερα, στο λιανικό εμπόριο σημειώθηκε σημαντική εξασθένηση λόγω απαισιόδοξων εκτιμήσεων που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Αρνητική μεταβολή στις προσδοκίες καταγράφηκε και στη βιομηχανία, τομέα με σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση του οικονομικού κλίματος.
Οι άνθρωποι της αγοράς επισημαίνουν ότι οι πρώτες επιπτώσεις από την κρίση στη Μέση Ανατολή έχουν ήδη εμφανιστεί, με τις εξελίξεις να χαρακτηρίζονται από αυξημένη αβεβαιότητα. Η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με επισφάλειες στην εφοδιαστική αλυσίδα, το υψηλό κόστος αντικατάστασης αποθεμάτων, το κόστος ενέργειας και την ασφάλεια της παραγωγής. Η διάρκεια της νέας αυτής κρίσης θεωρείται κρίσιμος παράγοντας, καθώς η ελληνική οικονομία, που εξαρτάται σε μεγάλο ποσοστό από εισαγωγές, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη, όπως και οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις της.
Στο 16ο Food Retail Conference, εκπρόσωποι της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου τροφίμων ανέδειξαν τις προκλήσεις του ρευστού περιβάλλοντος. Ο Αριστοτέλης Παντελιάδης, πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ), υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας αγροτικής παραγωγής, τονίζοντας ότι η εξάρτηση από εισαγωγές αυξάνει το κόστος και επηρεάζει την ποιότητα. Η βελτίωση της παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη σταθερότητα των τιμών. Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ), σημείωσε επίσης ότι τα περισσότερα βασικά αγαθά του πρωτογενούς τομέα είναι εισαγόμενα, γεγονός που αυξάνει το κόστος, αναφέροντας ως παράδειγμα το γάλα που χρησιμοποιείται για το γιαούρτι. Είπε χαρακτηριστικά: «Όταν δεν παράγουμε αγροτικά προϊόντα, δεν γίνεται να διαμαρτυρόμαστε για την αύξηση των τιμών». Εκπρόσωποι της βιομηχανίας ανέφεραν ότι το μεταφορικό κόστος ενός φορτίου γάλακτος αξίας 30.000 ευρώ ανέρχεται σήμερα στις 6.000 ευρώ.
Ο Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, εστίασε στις πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά, τονίζοντας ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στο αυξημένο κόστος ζωής και ότι η καταναλωτική δυνατότητα παραμένει περιορισμένη χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της οικονομίας και των εισοδημάτων. Οι άνθρωποι της αγοράς υποστηρίζουν ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις με «αστυνομικά μέτρα» δεν μπορούν να φέρουν αποτέλεσμα, προτείνοντας δομικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της παραγωγής, τη μείωση της φορολογίας και την ενίσχυση του ανταγωνισμού.
Οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν οι περισσότερο απαισιόδοξοι. Ενδεικτικά, το 43% δηλώνει ότι θα προχωρήσει σε λιγότερες αγορές τους επόμενους δώδεκα μήνες, ενώ το 76% των νοικοκυριών προβλέπει άνοδο των τιμών με ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό. Από την έναρξη της κρίσης, οι καταναλωτές δεν έχουν προχωρήσει σε αποθεματοποίηση προϊόντων για να «κλειδώσουν» χαμηλότερες τιμές, καθώς οι οικονομικές πιέσεις δεν επιτρέπουν επιπλέον αγορές. Σύμφωνα με έρευνα της NielsenIQ, οι βασικές ανησυγίες τους επικεντρώνονται στο κόστος ζωής, με το 45% να προβληματίζεται για τις τιμές των τροφίμων και το 21% για τους λογαριασμούς ενέργειας.

