Οι τράπεζες της Ευρωζώνης αυστηροποιούν κριτήρια δανείων, λέει ΕΚΤ
Οι τράπεζες της Ευρωζώνης επέδειξαν αυξημένη επιφυλακτικότητα κατά τη χορήγηση νέων δανείων το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Η τάση αυτή οφείλεται στην αβεβαιότητα που προκύπτει από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τους ενεργειακούς κινδύνους και τις γενικότερες προοπτικές της οικονομίας, παράγοντες που επηρεάζουν την πιστωτική τους πολιτική.
Τα παραπάνω στοιχεία αναδεικνύονται από την πιο πρόσφατη Έρευνα Τραπεζικών Χορηγήσεων (Bank Lending Survey) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Η έρευνα δείχνει ότι οι τράπεζες αυστηροποίησαν με σταθερό ρυθμό τα κριτήρια έγκρισης δανείων, επηρεάζοντας τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά και τους στεγαστικούς δανειολήπτες.
Ειδικότερα, η έρευνα καταγράφει ότι το 7% των τραπεζών προχώρησε σε αυστηροποίηση των κριτηρίων για επιχειρηματικά δάνεια. Το αντίστοιχο ποσοστό για τα καταναλωτικά δάνεια ανήλθε στο 12%, ενώ για τα στεγαστικά δάνεια έφτασε το 9%.
Η ΕΚΤ επισημαίνει πως οι κυριότεροι λόγοι αυτής της στάσης είναι η επιδείνωση της αξιολόγησης των οικονομικών προοπτικών από τις τράπεζες και η μειωμένη διάθεση ανάληψης κινδύνου. Οι τραπεζικοί οργανισμοί εξακολουθούν να θεωρούν τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τις ενεργειακές αγορές και το διεθνές οικονομικό περιβάλλον ως σημαντικούς παράγοντες αβεβαιότητας.
Προβλέψεις για αυστηροποίηση της πολιτικής
Οι τραπεζικοί οργανισμοί εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη τάση δεν αναμένεται να αναστραφεί άμεσα. Αντιθέτως, προβλέπουν περαιτέρω αυστηροποίηση των κριτηρίων χορήγησης δανείων σε όλες τις κύριες κατηγορίες χρηματοδότησης κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026. Αυτή η εξέλιξη αναμένεται να έχει επιπτώσεις τόσο στις επιχειρήσεις που αναζητούν επενδυτικά κεφάλαια όσο και στα νοικοκυριά που επιδιώκουν την απόκτηση κατοικίας ή τη χρηματοδότηση καταναλωτικών δαπανών.
Αύξηση απορρίψεων αιτήσεων δανεισμού
Η έρευνα καταγράφει επίσης αύξηση του ποσοστού των απορριφθεισών αιτήσεων δανεισμού, γεγονός που επιβεβαιώνει την αυξημένη επιφυλακτικότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων. Παρά την αυστηροποίηση των κριτηρίων, η ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια εμφάνισε οριακή αύξηση. Συγκεκριμένα, η καθαρή ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια και πιστωτικές γραμμές σημείωσε άνοδο 3%, συνεχίζοντας μια μικρή αλλά σταθερή ανάκαμψη από τα μέσα του 2024. Αυτή η εξέλιξη ήταν καλύτερη από τις προηγούμενες εκτιμήσεις των τραπεζών, οι οποίες ανέμεναν σημαντική μείωση της ζήτησης.
Μείωση ζήτησης για στεγαστικά δάνεια
Αντίθετη εικόνα παρατηρείται στην αγορά κατοικίας. Η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια μειώθηκε αισθητά, καταγράφοντας πτώση 15%, ενώ η ζήτηση για καταναλωτικά δάνεια υποχώρησε ελαφρώς κατά 2%. Αυτή η εξέλιξη αποδίδεται κυρίως στη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα των νοικοκυριών και στο υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις για νέες αγορές ακινήτων.
Πιέσεις σε βιομηχανικούς κλάδους
Η ΕΚΤ διαπίστωσε αυστηροποίηση των τραπεζικών κριτηρίων σχεδόν σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε ο τομέας των υπηρεσιών, όπου οι όροι χρηματοδότησης παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητοι. Οι βιομηχανικές επιχειρήσεις, και ειδικότερα ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας, δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις, επηρεαζόμενοι από τη διεθνή αβεβαιότητα, τις εμπορικές εντάσεις και τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Ευνοϊκότεροι όροι για «πράσινες» επιχειρήσεις
Αξιοσημείωτη είναι η διαφοροποίηση της πιστωτικής πολιτικής βάσει του περιβαλλοντικού προφίλ των επιχειρήσεων. Οι τράπεζες της Ευρωζώνης ανέφεραν ότι τους τελευταίους δώδεκα μήνες εφάρμοσαν πιο ευέλικτα κριτήρια χρηματοδότησης για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πράσινη οικονομία ή βρίσκονται σε διαδικασία ενεργειακής μετάβασης, παρατηρώντας ταυτόχρονα αύξηση της ζήτησης για τέτοιου είδους δάνεια. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις με υψηλές εκπομπές άνθρακα αντιμετώπισαν αυστηρότερους όρους δανεισμού και μια μικρή μείωση της ζήτησης για νέα χρηματοδότηση. Η έρευνα της ΕΚΤ, η οποία βασίστηκε στις απαντήσεις 159 τραπεζών της Ευρωζώνης μεταξύ 15 και 30 Ιουνίου 2026, επιβεβαιώνει ότι το τραπεζικό σύστημα διατηρεί ιδιαίτερα προσεκτική στάση έναντι των αυξανόμενων γεωπολιτικών και οικονομικών κινδύνων, παρά τη σταδιακή σταθεροποίηση των επιτοκίων.

