Ο κατώτατος μισθός διαμορφώνεται πλέον στα 920 ευρώ, ύστερα από μηνιαία μικτή αύξηση της τάξεως του 4,55%, που αντιστοιχεί σε 40 ευρώ.
Η καθαρή αύξηση που θα δουν οι εργαζόμενοι στον τραπεζικό τους λογαριασμό κυμαίνεται από 28 έως 35 ευρώ, ανάλογα με την ηλικία, με τους νέους έως 30 ετών να επωφελούνται περισσότερο λόγω μειωμένης φορολογίας. Παρά την αύξηση, η συνεχής άνοδος της ακρίβειας και οι ανατιμήσεις εκτιμάται ότι εξανεμίζουν την αγοραστική δύναμη που προσφέρει η συγκεκριμένη αναπροσαρμογή.
Εργαζόμενοι εκφράζουν την ανησυχία τους για την επάρκεια του νέου μισθού απέναντι στο αυξημένο κόστος ζωής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αναδεικνύουν την πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά. Η Ειρήνη Χατζηανδρέου, η οποία εργάζεται στην εστίαση και παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα, παραμένει στο πατρικό της, σημειώνοντας ότι ακόμη και με δύο δουλειές, «ίσα ίσα τα βγάζουμε πέρα». Ανάλογα, η Νικολέτα, που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό και διαμένει μόνη της, δηλώνει ότι χρειάζεται οικονομική ενίσχυση από τους γονείς της για να καλύψει τα έξοδα του ενοικίου.
Στο ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο, στοιχεία της Eurostat για το 2025 καταδεικνύουν ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα, μαζί με αυτό της Βουλγαρίας, κατατάχθηκε στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέχοντας 32% από τον μέσο όρο. Παράλληλα, η αγοραστική δύναμη υποχώρησε στο 68%.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού συμπαρασύρει επίσης την αναπροσαρμογή διαφόρων επιδομάτων, όπως αυτά της ανεργίας, της μητρότητας και της γονικής άδειας.

