ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Ανακάμπτει η απασχόληση, αλλά όχι οι πραγματικοί μισθοί

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: Ανακάμπτει η απασχόληση, αλλά όχι οι πραγματικοί μισθοί

Η ελληνική αγορά εργασίας έχει ανακτήσει σημαντικό μέρος των απωλειών της σε όρους απασχόλησης, ωστόσο η ποιοτική της αναβάθμιση παραμένει ζητούμενο, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ. Η έκθεση επισημαίνει ότι η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και η αύξηση της απασχόλησης δεν έχουν μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

σχετικά άρθρα

Όπως διαπιστώνει το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, η αγοραστική δύναμη των μισθωτών εξακολουθεί να πιέζεται, καθώς οι ονομαστικές αυξήσεις των αποδοχών έχουν σε μεγάλο βαθμό εξανεμιστεί από τις πληθωριστικές πιέσεις των τελευταίων ετών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025, γεγονός που αποτυπώνει τη στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα μετά την έναρξη της πληθωριστικής κρίσης. Σε σύγκριση με το 2021, ο μέσος πραγματικός μισθός παραμένει χαμηλότερος κατά 1,3%, γεγονός που, σύμφωνα με την έκθεση, καταδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν ακόμη ανακτήσει τις απώλειες στην αγοραστική τους δύναμη.

Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ υπογραμμίζει ότι η πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν περιορίζεται πλέον στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά αφορά κυρίως τη βελτίωση της ποιότητας της απασχόλησης, την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την αύξηση των πραγματικών μισθών, ώστε η οικονομική ανάπτυξη να μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

Όπως σημειώνει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ακόμη και κλάδοι υψηλής κοινωνικής σημασίας εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από ανεπαρκή μισθολογική αποκατάσταση. Ενδεικτικά, το 2025 στον ενιαίο κλάδο της εστίασης, της διαμονής, της μεταφοράς και αποθήκευσης και του χονδρικού και λιανικού εμπορίου το πραγματικό ωρομίσθιο, αν και αυξημένο κατά 4,8% έναντι του 2019, παρέμενε σε επίπεδα 25,3% χαμηλότερα του 2009, ενώ σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) ήταν αρκετά χαμηλότερο ακόμη και από τα κρα τη μέλη των Βαλκανίων.

Στην εκπαίδευση, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2024 διαμορφώθηκε σε 10,8 ευρώ, χαμηλότερα από τα 11,5 ευρώ του 2019 και πολύ 5 χαμηλότερα από τα 17,2 ευρώ του 2009.

Στις δραστηριότητες σχετικές με τη δημόσια υγεία και την κοινωνική μέριμνα, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2024 διαμορφώθηκε σε 8,0 ευρώ , έναντι 9,7 ευρώ το 2019 και 12,5 ευρώ το 2009.

Όπως σημειώνει η έκθεση  η μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν έχει μετατραπεί σε ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Η περιορισμένη σύγκλιση αποτυπώνεται καθαρά στο πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, το οποίο το 2025 στην Ελλάδα ανέρχεται σε 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της σε σχέση με το 2019, όταν το αντίστοιχο μέγεθος ήταν 17.210 ευρώ, ωστόσο η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει πολύ μεγάλη. Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα βρίσκεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, από 66% το 2019, γεγονός που δείχνει ότι η πρόοδος είναι πολύ μικρή, τονίζει το ινστιτούτο.

Περισσότερες ώρες εργασίας

Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ιδίως σε βασικούς κλάδους απασχόλησης.

Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, όπου συγκεντρώνεται το 17,6% της συνολικής απασχόλησης, οι μέσες συνήθεις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ανήλθαν το 2025 σε 42,3. Στη μεταποίηση διαμορφώθηκαν σε 41,7 ώρες, επίσης υψηλότερα από τις αντίστοιχες ομάδες χωρών της Ε.Ε. Στον πρωτογενή τομέα, οι πλήρως απασχολούμενοι εργάζονται κατά μέσο όρο 47,1 ώρες την εβδομάδα.

Η ένταση της εργασίας, σε συνδυασμό με τη χαμηλή αμοιβή, διαμορφώνει ένα περιβάλλον στο οποίο η εργασία δεν λειτουργεί πάντα ως επαρκές δίχτυ προστασίας από την οικονομική επισφάλεια.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές και πίεση στα νοικοκυριά

Ιδιαίτερα επιβαρυμένη εμφανίζεται η θέση των νοικοκυριών με εξαρτώμενα μέλη. Το 2025, το 34,9% αυτών των νοικοκυριών στην Ελλάδα είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Το ποσοστό είναι σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο της Ε.Ε.-27, ο οποίος διαμορφώνεται στο 9,1%.

Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει την πίεση που εξακολουθεί να ασκεί το κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών στον οικογενειακό προϋπολογισμό, ακόμη και σε νοικοκυριά που διαθέτουν εισόδημα από εργασία.

Παγιωμένη η μακροχρόνια ανεργία

Σοβαρό παραμένει και το πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας. Το περασμένο έτος, σχεδόν το 56% των ανέργων στην Ελλάδα παρέμενε εκτός εργασίας για διάστημα άνω των δώδεκα μηνών. Το ποσοστό είναι αισθητά υψηλότερο από το 31,5% της Ε.Ε., το 31,3% των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το 36,4% των Βαλκανίων και το 41,6% των χωρών της Περιφέρειας.

Η μακροχρόνια ανεργία πλήττει ιδιαίτερα τις γυναίκες, τους νέους και τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 2025, το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας των γυναικών ανήλθε στο 59,2%, ενώ στους νέους ηλικίας 15-29 ετών το 41,2% των ανέργων παρέμενε εκτός εργασίας για περισσότερο από ένα έτος.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου η μακροχρόνια ανεργία φτάνει το 56%, δείχνοντας ότι ακόμη και τα υψηλότερα τυπικά προσόντα δεν λειτουργούν πάντα ως ασφαλής δίοδος προς την απασχόληση.

Υψηλός ο κίνδυνος φτώχειας

Ο κίνδυνος φτώχειας παραμένει υψηλός σε κρίσιμες κοινωνικές και ηλικιακές ομάδες. Οι νέοι ηλικίας 18-24 ετών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένη κοινωνική ευαλωτότητα, με τον κίνδυνο φτώχειας να διαμορφώνεται το 2025 στο 24,2%. Αν και το ποσοστό έχει μειωθεί σε σχέση με το 2019, παραμένει υψηλό σε σύγκριση με χώρες όπως η Σλοβενία, η Κροατία, η Πολωνία και η Πορτογαλία.

Στον πυρήνα του ενεργού πληθυσμού, δηλαδή στην ηλικιακή ομάδα 25-54 ετών, ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα ανήλθε το 2025 στο 17,5%, έναντι 14,3% στην Ε.Ε.-27. Σημαντική κοινωνική πίεση αντιμετωπίζει και η ηλικιακή ομάδα 55-64 ετών, για την οποία ο κίνδυνος φτώχειας διαμορφώθηκε στο 17,3%, έναντι 14,9% στην Ε.Ε.-27.

Τα στοιχεία κατατείνουν στο ίδιο συμπέρασμα. Η ελληνική αγορά εργασίας έχει βελτιώσει τους ποσοτικούς δείκτες απασχόλησης, αλλά εξακολουθεί να υστερεί στους ποιοτικούς δείκτες. Οι μισθοί σε κρίσιμους κλάδους δεν έχουν ανακτήσει τις απώλειες της προηγούμενης δεκαπενταετίας, ενώ η πίεση από το κόστος ζωής εξακολουθεί να περιορίζει την πραγματική οικονομική αντοχή των εργαζομένων.