Ενέργεια: Τριπλάσιο πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο ρεύματος
Η Ελλάδα κατέγραψε τριπλάσιο πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο ρεύματος κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ). Ταυτόχρονα, οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας τετραπλασιάστηκαν σε όρους όγκου.
Η καταγραφείσα υπερεπάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αποτελεί βάση για τις εξαγωγές, συντελεί στη συγκρατημένη αισιοδοξία κορυφαίων παραγόντων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) αναφορικά με την πορεία των τιμών κατά τους θερινούς μήνες, περίοδο κατά την οποία αναμένεται αυξημένη ζήτηση.
Ειδικότερα, η αξία των εξαγωγών ρεύματος κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 ανήλθε σε 459 εκατ. ευρώ, έναντι 343 εκατ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2025. Παράλληλα, οι εισαγωγές περιορίστηκαν φέτος σε 118,7 εκατ. ευρώ, από 232,3 εκατ. ευρώ πέρυσι. Ως αποτέλεσμα, το πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε φέτος στα 340 εκατ. ευρώ, έναντι 111 εκατ. ευρώ πέρυσι, δηλαδή τριπλασιάστηκε.
Αν και σημαντικός όγκος των εξαγωγών πραγματοποιείται κατά τις μεσημβρινές ώρες, οπότε παρατηρείται υπερπλεόνασμα παραγωγής από φωτοβολταϊκά και οι τιμές στην αγορά χονδρικής είναι μηδενικές, το όφελος για την οικονομία από τις εξαγωγές ρεύματος θεωρείται σημαντικό, καθώς η εξαγωγική δραστηριότητα εκτείνεται καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου. Αρμόδιες πηγές του ΥΠΕΝ τονίζουν ότι η Ελλάδα είναι εξαγωγική προς τη Βουλγαρία σχεδόν όλες τις ώρες της ημέρας (96% των ωρών τον Μάιο), με τις εξαγωγές να είναι υψηλότερες τις βραδινές ώρες συγκριτικά με το μεσημέρι. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2019, το ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας ήταν ελλειμματικό για τη χώρα κατά 400 εκατ. ευρώ.
Σε όρους όγκου, οι καθαρές εξαγωγές από το ελληνικό σύστημα, σύμφωνα με αναλύσεις του Green Tank, τετραπλασιάστηκαν, φτάνοντας τις 3442 γιγαβατώρες (GWh) το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 858 GWh την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Οι καθαρές εξαγωγές του τριμήνου έχουν ήδη ξεπεράσει τις συνολικές καθαρές εξαγωγές του 2025, οι οποίες ανήλθαν σε 3.010 GWh.
Η αύξηση των εξαγωγών αποδίδεται κυρίως στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) και την πολλαπλασιασμένη συμμετοχή τους στο ενεργειακό μείγμα. Πέρα από τα φωτοβολταϊκά, των οποίων η παραγωγή αυξήθηκε κατά 31,4% σε σχέση με το 2025, οι εξαγωγές κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 ενισχύθηκαν από την αυξημένη αιολική παραγωγή (+37,2% σε σχέση με το 2025) και την παραγωγή των υδροηλεκτρικών μονάδων (+282%), λόγω των υψηλών αποθεμάτων από χιόνια και βροχοπτώσεις.
Σχετικά με την εξέλιξη των τιμών κατά τη θερινή περίοδο, οι ίδιοι παράγοντες του ΥΠΕΝ εκφράζουν συγκρατημένη αισοδοξία για τους εξής λόγους:
Πρώτον, οι τιμές χονδρικής τον Απρίλιο διαμορφώθηκαν στα περυσινά επίπεδα (89 ευρώ ανά μεγαβατώρα), ενώ τον Μάιο κυμάνθηκαν επίσης στα 89 ευρώ, έναντι 81,9 ευρώ πέρυσι. Επιπλέον, οι τιμές στο Χρηματιστήριο δεν εκτοξεύονται κατά τις ώρες που εκλείπει η παραγωγή των φωτοβολταϊκών.
Δεύτερον, έχουν τεθεί σε λειτουργία οι πρώτες μπαταρίες, με συμμετοχή 150 μεγαβάτ στην αγορά, και αναμένεται να φτάσουν τα 500-600 μεγαβάτ μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Οι μπαταρίες προβλέπεται να περιορίσουν τις περικοπές στην πράσινη ενέργεια, οι οποίες πραγματοποιούνται όταν η παραγωγή ΑΠΕ υπερβαίνει την εγχώρια ζήτηση και τις εξαγωγές, καθώς και να μειώσουν τη χρήση μονάδων φυσικού αερίου κατά τις βραδινές ώρες αιχμής, όταν δεν υπάρχει παραγωγή φωτοβολταϊκών. Σύμφωνα με το Green Tank, οι περικοπές ΑΠΕ για το τρίμηνο ανήλθαν σε 410 GWh, διπλάσιες των περσινών, ενώ ο Επικεφαλής Αναλυτής Πολιτικής του φορέα, Νίκος Μάντζαρης, ανέφερε στο ΑΠΕ ότι μέχρι τα τέλη Μαΐου έχουν αυξηθεί περαιτέρω σε 1,35 τεραβατώρες.
Τρίτον, η αύξηση της ζήτησης κατά το καλοκαίρι συνοδεύεται από παράλληλη αύξηση της παραγωγής των φωτοβολταϊκών, διατηρώντας την πίεση στις τιμές.
Τέταρτον, η Ελλάδα παρουσιάζει χαμηλότερες τιμές σε σύγκριση με τις γειτονικές χώρες (Βουλγαρία, Ρουμανία, Ιταλία), γεγονός που οδήγησε στην αύξηση των εξαγωγών. Οι εξαγωγές αυτές εξαντλούν τη δυναμικότητα των διασυνδέσεων και λειτουργούν ως «ασπίδα» έναντι εισαγωγών ακριβότερης ενέργειας από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Πέμπτον, τα αποθέματα στα υδροηλεκτρικά εργοστάσια είναι πολύ υψηλά, μειώνοντας την ανάγκη για συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου στο καθημερινό φορτίο.