ΑΑΔΕ: Στο στόχαστρο τραπεζικοί λογαριασμοί, εισοδήματα, ΦΠΑ και ακίνητα – Οι υποθέσεις που ελέγχονται κατά προτεραιότητα

ΑΑΔΕ: Στο στόχαστρο τραπεζικοί λογαριασμοί, εισοδήματα, ΦΠΑ και ακίνητα – Οι υποθέσεις που ελέγχονται κατά προτεραιότητα

Σε αποκλίσεις μεταξύ δηλωμένων εισοδημάτων, τραπεζικών καταθέσεων, στοιχείων ΦΠΑ και ακίνητ πιταχύνοντας τους φορολογικούς ελέγχους που πρέπει να ολοκληρωθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Βασικός στόχος είναι να κλείσουν εγκαίρως οι υποθέσεις που βρίσκονται κοντά στην παραγραφή, ώστε το Δημόσιο να μη χάσει τη δυνατότητα επιβολής πρόσθετων φόρων και προστίμων.

σχετικά άρθρα

Οι έλεγχοι εντάσσονται στον ετήσιο επιχειρησιακό σχεδιασμό της ΑΑΔΕ και επικεντρώνονται σε υποθέσεις με αυξημένη πιθανότητα φοροδιαφυγής ή σημαντικών φορολογικών διαφορών, αξιοποιώντας σύγχρονα εργαλεία ανάλυσης κινδύνου και ηλεκτρονικής διασταύρωσης στοιχείων.

Σχέδιο για περισσότερους από 70.000 ελέγχους

Το επιχειρησιακό πρόγραμμα της ΑΑΔΕ για το 2026 προβλέπει τη διενέργεια 26.000 πλήρων και μερικών φορολογικών ελέγχων, με ιδιαίτερη έμφαση στις πιο πρόσφατες χρήσεις. Από αυτούς, τουλάχιστον το 80% αφορά υποθέσεις της τελευταίας πενταετίας, ενώ το 75% των ελέγχων επικεντρώνεται στα τρία πιο πρόσφατα φορολογικά έτη για τα οποία έχει λήξει η προθεσμία υποβολής δηλώσεων.

Παράλληλα, έχουν προγραμματιστεί 25.400 μερικοί επιτόπιοι έλεγχοι για τη διαπίστωση της τήρησης των φορολογικών υποχρεώσεων, 2.500 έλεγχοι σε μεταβιβάσεις ακινήτων, κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές, καθώς και τουλάχιστον 18.000 στοχευμένοι επιτόπιοι έλεγχοι από τις Υπηρεσίες Ερευνών και Διασφάλισης Δημοσίων Εσόδων. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται ακόμη 900 ειδικές έρευνες φοροδιαφυγής, ανεβάζοντας σημαντικά τον συνολικό αριθμό των ελεγκτικών παρεμβάσεων μέσα στο έτος.

Πώς επιλέγονται οι φορολογούμενοι

Η επιλογή των υποθέσεων δεν γίνεται τυχαία. Η ΑΑΔΕ χρησιμοποιεί αυτοματοποιημένο σύστημα ανάλυσης κινδύνου, το οποίο αξιοποιεί στοιχεία από φορολογικές δηλώσεις, τραπεζικές κινήσεις, ψηφιακά δεδομένα συναλλαγών, δηλώσεις ΦΠΑ, στοιχεία ακινήτων και πληροφορίες από εσωτερικές και εξωτερικές βάσεις δεδομένων.

Κάθε υπόθεση λαμβάνει συγκεκριμένη βαθμολογία και οι ελεγκτικές υπηρεσίες ξεκινούν από εκείνες που εμφανίζουν τον μεγαλύτερο φορολογικό κίνδυνο ή τις υψηλότερες πιθανότητες είσπραξης φόρων.

Στην πράξη, στο μικροσκόπιο μπαίνουν περιπτώσεις όπου οι κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών δεν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα, επιχειρήσεις που εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ δηλώσεων ΦΠΑ και ηλεκτρονικών συναλλαγών, αλλά και φορολογούμενοι με ασυμφωνίες στα στοιχεία της ακίνητης περιουσίας ή στις δηλωμένες αξίες μεταβίβασης.

Η νομοθεσία δίνει επίσης τη δυνατότητα στους προϊσταμένους των ελεγκτικών υπηρεσιών να εντάσσουν κατ’ εξαίρεση υποθέσεις που αρχικά είχαν χαμηλή προτεραιότητα, όταν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις φοροδιαφυγής ή σημαντικής εισπραξιμότητας. Οι παρεμβάσεις αυτές, πάντως, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 3% των υποθέσεων κάθε κατηγορίας.

Οι χρήσεις που βρίσκονται στο όριο της παραγραφής

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις υποθέσεις της χρήσης 2020, καθώς στο τέλος του έτους ολοκληρώνεται η γενική πενταετής προθεσμία παραγραφής. Εάν μέχρι τότε δεν έχει κοινοποιηθεί πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, η ΑΑΔΕ χάνει τη δυνατότητα να επιβάλει πρόσθετους φόρους και πρόστιμα για τις συγκεκριμένες υποθέσεις.

Οι έλεγχοι αφορούν δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, δηλώσεις ΦΠΑ, καθώς και τραπεζικές κινήσεις που ενδέχεται να αποκαλύπτουν αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας.

Παράλληλα, παραμένουν ανοικτές, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία, υποθέσεις των φορολογικών ετών 2015, 2016 και 2017, για τις οποίες εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα έκδοσης πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμων.

Ευνοϊκότερη παραγραφή για όσους χρησιμοποιούν ηλεκτρονική τιμολόγηση

Διαφορετικό καθεστώς εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αποκλειστικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης μέσω πιστοποιημένου παρόχου.

Για όσους πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις, η προθεσμία μέσα στην οποία μπορεί να εκδοθεί πράξη προσδιορισμού φόρου μειώνεται κατά δύο χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και υποθέσεις της χρήσης 2022 μπορεί να βρίσκονται στο τέλος της προθεσμίας ελέγχου στις 31 Δεκεμβρίου 2026, γεγονός που επιταχύνει τις διαδικασίες και δημιουργεί μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου για τις συνεπείς επιχειρήσεις.

Έλεγχοι και στις μεταβιβάσεις ακινήτων

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η ΑΑΔΕ και στις υποθέσεις μεταβίβασης ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών που παραγράφονται στο τέλος του έτους.

Οι έλεγχοι αφορούν κυρίως ακίνητα εκτός αντικειμενικού συστήματος, στις περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος δεν έχει αποδεχθεί την προσωρινή αξία που προσδιόρισε η φορολογική διοίκηση. Στόχος είναι να ολοκληρωθούν εγκαίρως οι σχετικές διαδικασίες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής.

Με το νέο επιχειρησιακό σχέδιο, η ΑΑΔΕ επιδιώκει να αξιοποιήσει στο έπακρο τα ηλεκτρονικά εργαλεία διασταύρωσης στοιχείων, στρέφοντας τους ελέγχους στις υποθέσεις με τη μεγαλύτερη πιθανότητα φορολογικών παραβάσεων. Για τους φορολογούμενους, αυτό σημαίνει ότι οι αποκλίσεις μεταξύ εισοδημάτων, τραπεζικών κινήσεων, δηλώσεων ΦΠΑ και στοιχείων ακίνητης περιουσίας θα αποτελέσουν και φέτος το βασικό πεδίο ελέγχου της φορολογικής διοίκησης.