Το Μουντιάλ που θεωρείται το πιο βρώμικο στην ιστορία: Καταγγελίες για χειραγώγηση, πολιτική προπαγάνδα και σκοτεινά παρασκήνια
Πολλοί ποδοσφαιριστές της εποχής δήλωσαν αργότερα ότι αισθάνθηκαν πως χρησιμοποιήθηκαν πολιτικά από το καθεστώς στην Αργεντινή
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα τουρνουά στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Για πολλούς δεν ήταν απλώς μια διοργάνωση που ανέδειξε έναν παγκόσμιο πρωταθλητή, αλλά ένα γεγονός που συνδέθηκε με πολιτικές σκοπιμότητες, καταγγελίες για ευνοϊκή μεταχείριση, ύποπτα αποτελέσματα και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Αργεντινή είχε επιλεγεί ως διοργανώτρια χώρα ήδη από το 1966. Όταν όμως πλησίαζε η έναρξη του τουρνουά, η κατάσταση στη χώρα ήταν εντελώς διαφορετική. Ένα χρόνο πριν από το Μουντιάλ είχε προηγηθεί στρατιωτικό πραξικόπημα και η χώρα βρισκόταν υπό το καθεστώς του στρατηγού Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα.
Την περίοδο εκείνη αναφέρονταν χιλιάδες εξαφανίσεις πολιτών, ενώ το κλίμα φόβου και καταστολής είχε προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις. Το στάδιο της Ρίβερ Πλέιτ, όπου επρόκειτο να διεξαχθεί ο τελικός, βρισκόταν σε μικρή απόσταση από κέντρο κράτησης κρατουμένων του καθεστώτος. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι οι κρατούμενοι μπορούσαν να ακούσουν τους πανηγυρισμούς από τις εξέδρες κατά τη διάρκεια των αγώνων.
Η διεξαγωγή της διοργάνωσης προκάλεσε έντονες συζητήσεις σε πολλές χώρες. Ορισμένες εξέτασαν ακόμη και το ενδεχόμενο μποϊκοτάζ, ενώ η Ολλανδία συμμετείχε τελικά χωρίς τον μεγάλο της αστέρα, τον Γιόχαν Κρόιφ, ο οποίος αποφάσισε να μην ταξιδέψει μετά από περιστατικό απόπειρας απαγωγής που είχε προηγηθεί.
Πολλοί επικριτές υποστήριξαν ότι το τουρνουά λειτουργούσε ως εργαλείο προπαγάνδας για το στρατιωτικό καθεστώς, προσφέροντας μια ευκαιρία να αποσπαστεί η προσοχή της διεθνούς κοινότητας από τα όσα συνέβαιναν στο εσωτερικό της χώρας.

Οι καταγγελίες που σκίασαν το τουρνουά
Οι αμφιβολίες δεν περιορίστηκαν μόνο στο πολιτικό περιβάλλον. Από την έναρξη κιόλας της διοργάνωσης εμφανίστηκαν ερωτήματα για τον τρόπο διεξαγωγής των αγώνων.
Η Αργεντινή είχε το πλεονέκτημα να αγωνίζεται βραδινές ώρες, γνωρίζοντας ήδη τα αποτελέσματα άλλων κρίσιμων αναμετρήσεων. Στο παιχνίδι με τη Γαλλία, το οποίο έληξε με νίκη των γηπεδούχων με 2-1, υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες για διαιτητικές αποφάσεις. Γάλλοι ποδοσφαιριστές υποστήριξαν ότι δεν δόθηκε πέναλτι υπέρ τους, ενώ αντίθετα η Αργεντινή κέρδισε ένα πέναλτι που χαρακτηρίστηκε ιδιαίτερα αυστηρό.
Χρόνια αργότερα εμφανίστηκαν και άλλες καταγγελίες. Άνθρωπος που παρουσιάστηκε ως πρώην Γάλλος ποδοσφαιριστής υποστήριξε σε ραδιοφωνική εκπομπή ότι οι Αργεντινοί χρησιμοποιούσαν ουσίες που βελτίωναν την απόδοση. Παράλληλα κυκλοφόρησαν φήμες γύρω από δείγματα ελέγχου που δημιούργησαν ακόμη μεγαλύτερη καχυποψία.

Η μεγαλύτερη όμως αμφισβήτηση αφορούσε το περίφημο παιχνίδι της δεύτερης φάσης των ομίλων απέναντι στο Περού. Η Βραζιλία είχε ήδη ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις της και η Αργεντινή γνώριζε πως χρειαζόταν νίκη με τουλάχιστον τέσσερα γκολ διαφορά για να προκριθεί στον τελικό.
Το τελικό 6-0 υπέρ των γηπεδούχων προκάλεσε σοκ. Το Περού είχε παρουσιάσει ανταγωνιστικό πρόσωπο σε όλη τη διοργάνωση, έχοντας νωρίτερα νικήσει τη Σκωτία και το Ιράν και αποσπάσει ισοπαλία από την Ολλανδία. Η κατάρρευσή του σε εκείνο το παιχνίδι πυροδότησε πλήθος φημών περί δωροδοκιών, οικονομικών συμφωνιών και πολιτικών ανταλλαγμάτων μεταξύ των δύο χωρών.
Ο τελικός και η κατάκτηση του τροπαίου
Στον τελικό η Αργεντινή αντιμετώπισε την Ολλανδία. Ακόμη και πριν από τη σέντρα υπήρξαν εντάσεις γύρω από τον ορισμό του διαιτητή. Ο αρχικά προγραμματισμένος Ισραηλινός διαιτητής αντικαταστάθηκε, έπειτα από αντιρρήσεις της αργεντίνικης πλευράς.

Οι Ολλανδοί κατήγγειλαν επίσης ότι αντιμετώπισαν καθυστερήσεις και ψυχολογικό πόλεμο πριν από την έναρξη του αγώνα. Το παιχνίδι διεξήχθη μέσα σε εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα, με δυνατά μαρκαρίσματα και συνεχή ένταση.
Ο Μάριο Κέμπες άνοιξε το σκορ για την Αργεντινή, όμως η Ολλανδία ισοφάρισε λίγο πριν από το τέλος. Μάλιστα, στις καθυστερήσεις είχε τεράστια ευκαιρία να πάρει τη νίκη, όμως η μπάλα σταμάτησε στο δοκάρι.
Στην παράταση η Αργεντινή βρήκε ξανά το προβάδισμα με δεύτερο γκολ του Κέμπες και λίγο αργότερα ο Ρικάρντο Μπερτόνι διαμόρφωσε το τελικό 3-1. Η χώρα κατέκτησε το πρώτο Μουντιάλ της ιστορίας της.
Παρά τον θρίαμβο, οι σκιές δεν έφυγαν ποτέ. Πολλοί ποδοσφαιριστές της εποχής δήλωσαν αργότερα ότι αισθάνθηκαν πως χρησιμοποιήθηκαν πολιτικά από το καθεστώς. Μετά το τέλος της δικτατορίας, εκτιμήσεις ανέφεραν ότι περίπου 30.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά την περίοδο διακυβέρνησης του στρατιωτικού καθεστώτος.
Έτσι, για πολλούς φιλάθλους και ιστορικούς του αθλήματος, το Μουντιάλ του 1978 δεν θα μείνει στη μνήμη μόνο για την πρώτη κατάκτηση της Αργεντινής, αλλά και ως μια διοργάνωση που εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα για το πόσο στενά μπορούν να συνδεθούν το ποδόσφαιρο, η πολιτική εξουσία και τα συμφέροντα.