Το καλοκαίρι που η Βόρεια Κορέα έγινε η αγαπημένη της Αγγλίας: Ένα παραμύθι που ξεκίνησε με την Ιταλία και τελείωσε με τον Εουσέμπιο
Το 1966 μια απομονωμένη χώρα από την Ασία άφησε εκτός τους «Ατζούρι», έφτασε ένα βήμα από νέο θαύμα απέναντι στην Πορτογαλία και συγκλόνισε το ποδοσφαιρικό κατεστημένο
Στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων υπάρχουν εκπλήξεις που κρατούν μερικά λεπτά και εκπλήξεις που επιβιώνουν στο διηνεκές. Η πορεία της Βόρειας Κορέας στο Mundial του 1966 ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Σήμερα, όταν ακούει κανείς το όνομα της χώρας, σκέφτεται πυραυλικά προγράμματα, διεθνείς κυρώσεις και μία από τις πιο κλειστές κοινωνίες στον κόσμο. Το καλοκαίρι του 1966, όμως, για λίγες εβδομάδες η Βόρεια Κορέα έγινε γνωστή για έναν εντελώς διαφορετικό λόγο. Έγινε η ομάδα που συγκλόνισε το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό τουρνουά του πλανήτη.
Η διοργάνωση της Αγγλίας ήταν μόλις το όγδοο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας και ελάχιστοι γνώριζαν οτιδήποτε για την ομάδα που είχε ταξιδέψει από την Ασία. Για πολλούς φιλάθλους στην Ευρώπη και την Αμερική, ήταν η πρώτη φορά που άκουγαν καν το όνομα της χώρας. Η Βόρεια Κορέα τοποθετήθηκε σε έναν δύσκολο όμιλο μαζί με τη Σοβιετική Ένωση, τη Χιλή και την Ιταλία. Σχεδόν κανείς δεν περίμενε ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει πρόκριση. Η συμμετοχή της θεωρούνταν ήδη επιτυχία.
Η αρχή δεν ήταν ενθαρρυντική. Η ομάδα ηττήθηκε 3-0 από τη Σοβιετική Ένωση, μία από τις ισχυρότερες ποδοσφαιρικές δυνάμεις της εποχής. Ακολούθησε η ισοπαλία 1-1 με τη Χιλή, διοργανώτρια του προηγούμενου Mundial. Παρά το θετικό αποτέλεσμα, ελάχιστοι πίστευαν ότι οι Ασιάτες μπορούσαν να κάνουν κάτι περισσότερο. Όλα θα κρίνονταν στον τελευταίο αγώνα απέναντι στην Ιταλία.

Το γκολ που πάγωσε μια υπερδύναμη του ποδοσφαίρου
Η Ιταλία είχε κατακτήσει δύο Παγκόσμια Κύπελλα και θεωρούνταν ένα από τα μεγάλα ονόματα του διεθνούς ποδοσφαίρου. Για τους περισσότερους παρατηρητές, η αναμέτρηση έμοιαζε τυπική διαδικασία. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική. Στις 19 Ιουλίου 1966, στο Άιρσομ Παρκ του Μίντλεσμπρο, ο Πακ Ντου-Ικ πέτυχε το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης λίγο πριν από το τέλος του πρώτου ημιχρόνου. Η Βόρεια Κορέα κράτησε το προβάδισμα μέχρι το τελευταίο σφύριγμα και επικράτησε 1-0.
Το αποτέλεσμα προκάλεσε σοκ σε ολόκληρο τον ποδοσφαιρικό κόσμο. Η Ιταλία αποκλειόταν από μια ομάδα που οι περισσότεροι θεωρούσαν κομπάρσο της διοργάνωσης. Οι ιταλικές εφημερίδες μιλούσαν για εθνική ταπείνωση. Οι ποδοσφαιριστές επέστρεψαν στην πατρίδα τους μέσα σε κλίμα οργής και απογοήτευσης. Την ίδια στιγμή, η Βόρεια Κορέα μετατρεπόταν στο πιο απρόσμενο θέμα των διεθνών πρωτοσέλιδων. Η ιστορία είχε ακόμη συνέχεια.
Ένα ταξίδι που έφτασε κοντά στο αδιανόητο
Στα προημιτελικά περίμενε η Πορτογαλία του Εουσέμπιο, ενός από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές της εποχής. Θεωρητικά, η περιπέτεια της Βόρειας Κορέας θα τελείωνε εκεί. Αντί γι’ αυτό, οι Ασιάτες πέτυχαν κάτι που μοιάζει ακόμη και σήμερα απίστευτο.
Μέσα σε περίπου 25 λεπτά προηγήθηκαν 3-0 απέναντι σε μία από τις καλύτερες ομάδες του τουρνουά. Για λίγες στιγμές, το ενδεχόμενο ενός ακόμη μεγαλύτερου θαύματος έμοιαζε πραγματικό. Τότε εμφανίστηκε ο Εουσέμπιο. Ο Πορτογάλος σούπερ σταρ σημείωσε τέσσερα γκολ και οδήγησε την ομάδα του σε μια ιστορική ανατροπή. Η Πορτογαλία επικράτησε τελικά με 5-3, σε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς αγώνες που έχουν διεξαχθεί ποτέ σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Η Βόρεια Κορέα αποκλείστηκε, αλλά είχε ήδη γράψει ιστορία.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η ομάδα κέρδισε την εκτίμηση όχι μόνο λόγω των αποτελεσμάτων της αλλά και λόγω της σχέσης που ανέπτυξε με τους φιλάθλους του Μίντλεσμπρο. Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων, οι ποδοσφαιριστές από μία απομονωμένη κομμουνιστική χώρα έγιναν απρόσμενα αγαπητοί σε μια αγγλική βιομηχανική πόλη.
Εξήντα χρόνια αργότερα, η πορεία εκείνης της ομάδας εξακολουθεί να ξεχωρίζει στην ιστορία των Mundial. Όχι επειδή κατέκτησε κάποιο τρόπαιο, αλλά επειδή απέδειξε ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να ανατρέψει κάθε πρόβλεψη. Για λίγες εβδομάδες το καλοκαίρι του 1966, μια χώρα που βρισκόταν σχεδόν εκτός του παγκόσμιου δημόσιου διαλόγου βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής. Και το πέτυχε όχι με την πολιτική ή τη στρατιωτική ισχύ, αλλά με μια μπάλα και έντεκα ποδοσφαιριστές που αρνήθηκαν να δεχθούν τον ρόλο του αουτσάιντερ.