Οι κινηματογραφικές πρεμιέρες της εβδομάδας: Toy Story 5 και κλασικά έργα
Οι κινηματογραφικές αίθουσες υποδέχονται αυτή την εβδομάδα ένα σύνολο πέντε νέων πρεμιέρων, με το πολυαναμενόμενο πέμπτο κεφάλαιο του animation «Toy Story» να δεσπόζει. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει, επιπρόσθετα, μια σάτιρα που εξερευνά τον πλούτο, δύο ψυχολογικές ταινίες τρόμου και ένα ιρανικό δράμα. Την ίδια περίοδο, επανεκδίδονται δύο κλασικά έργα: το αριστουργηματικό «Ψυχώ» του Άλφρεντ Χίτσκοκ και η αγαπημένη «Αμελί».
Toy Story 5 («Toy Story 5»)
Το πέμπτο κεφάλαιο του κινηματογραφικού φραντσάιζ «Toy Story» αποτελεί μια αμερικανική ταινία κινουμένων σχεδίων παραγωγής 2026, σε σκηνοθεσία του Άντριου Στάντον. Με μια βαριά κληρονομιά, η δημοφιλής σειρά ταινιών συνεχίζει την πορεία της, ανανεώνοντας διαρκώς τα θέματα και τους προβληματισμούς της, διατηρώντας την εγγυημένη παραγωγή της Pixar και τη διανομή της Disney. Περίπου 30 χρόνια από την πρώτη ταινία και επτά από την προηγούμενη, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Άντριου Στάντον, γνωστός από το «Ψάχνοντας τον Νέμο», αναλαμβάνει εκ νέου τη σκηνοθετική ευθύνη, έχοντας στη διάθεσή του φωνές όπως των Τομ Χανκς, Τιμ Άλεν, Τζόαν Κιούζακ, Γκρέτα Λι, Γουάλας Σον και Κιάνου Ριβς.
Ενώ στην προηγούμενη ταινία η ιστορία περιστρεφόταν γύρω από την ενηλικίωση και την κοινωνικοποίηση, εδώ εξετάζεται το παγκόσμιο πρόβλημα της εθιστικής κυριαρχίας της οθόνης. Ο Γούντι, ο Μπαζ, η Τζέσι και η υπόλοιπη παρέα επιστρέφουν σε μια νέα περιπέτεια, όπου τα παιχνίδια έρχονται αντιμέτωπα με τη σύγχρονη τεχνολογία. Όταν η Λίλιπαντ, ένα έξυπνο tablet με «επαναστατικές» ιδέες για το τι χρειάζεται η Μπόνι, εισβάλλει στη ζωή τους, τα παιχνίδια αρχίζουν να φοβούνται πως ίσως δεν έχουν πλέον θέση στον κόσμο της. Μέσα σε αυτή τη νέα πρόκληση, ο Γούντι και ο Μπάζ επανενώνονται για να αποδείξουν πως η φιλία, η φαντασία και το παιχνίδι δεν ξεπερνιούνται ποτέ.
Η ιστορία μοιάζει απλοϊκή, καθώς ένα «έξυπνο» τάμπλετ έρχεται να υποκαταστήσει τη φιλία, το παραδοσιακό παιχνίδι και τη φαντασία, να επιβάλει το «σωστό» στη διαπαιδαγώγηση και να απομακρύνει το παιδί από τον γονιό. Η απάντηση σε αυτή την απειλή είναι η επιστροφή σε όλα αυτά που βάλλονται από την τεχνολογία και τις έξυπνες συσκευές. Ωστόσο, ο ιδιαίτερος σκηνοθετικός και σεναριακός τρόπος προσέγγισης, η φροντίδα της παραγωγής, η δουλειά στις λεπτομέρειες, το βάθος των χαρακτήρων, το χιούμορ και η μετρημένη δόση νοσταλγίας κάνουν τη διαφορά. Όλα λειτουργούν σαν χειροποίητο ρολόι, παρά τη ψηφιακή δημιουργία, κάτι που δεν αποτελεί αντίφαση με το θέμα της ταινίας, αλλά περισσότερο μια υπενθύμιση για τη σωστή και μετρημένη χρήση της τεχνολογίας, αν και θα μπορούσε να εκληφθεί και ως δικαιολογία για το γιγαντιαίο εμπορικό κομμάτι της εταιρείας παραγωγής. Η ταινία προβάλλεται και μεταγλωττισμένη στα ελληνικά, με τις φωνές των Άλκη Κούρκουλου, Γιώργου Λιάντου, Άριελ Κωνσταντινίδη, Βασίλη Παπαστάθη, Μυρτώ Φαραζή, Αφροδίτης Κατσαρού, Ορέστη Τζιόβα, Παντελή Καναράκη κ.ά.
Θανάσιμα Πλούσιος («How to Make a Killing»)
Η βρετανική ταινία παραγωγής 2026, σε σκηνοθεσία Τζον Πάτον Φορντ, με τους Γκλεν Πάουελ, Μάργκαρετ Κουόλεϊ, Τζέσικα Χένγουικ, Μπιλ Καμπ, Ζακ Γουντς και Εντ Χάρις, χαρακτηρίζεται περισσότερο ως χαλαρό θρίλερ με σατιρικές νύξεις για τον κόσμο του πλούτου και της αριστοκρατίας, παρά ως μαύρη κωμωδία. Είναι διασκεδαστική, με καλές στιγμές και την ίντριγκά της, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με την κλασική αγγλική κωμωδία «Ο 13ος Κληρονόμος» από την οποία εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης. Η ταινία θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεικτικό παράδειγμα των διαφορών μεταξύ του μεταπολεμικού βρετανικού σινεμά και του σημερινού κινηματογράφου.
Ο Μπέκετ, με καταγωγή από την πάμπλουτη οικογένεια των Ρέντφελοου, θα βρεθεί μακριά από τα μεγαλεία, καθώς η γέννησή του είναι ο λόγος που η μητέρα του εκδιώχθηκε από τον πατριάρχη της οικογένειας, λόγω μιας παράνομης σχέσης. Μεγαλωμένος στην εργατική τάξη του Νιου Τζέρσεϊ, με τη μητέρα του να του εξασφαλίζει μόρφωση, αριστοκρατικό στιλ και γνωριμίες, ο Μπέκετ υπενθυμίζεται διαρκώς ότι πρέπει να διεκδικήσει τη ζωή που του αρμόζει. Η περιφρόνηση που δέχεται, ειδικά από έναν παιδικό του έρωτα, τον ωθεί να καταστρώσει ένα δολοφονικό σχέδιο, για να απαλλαγεί από τα εννέα μέλη της οικογένειας που στέκονται εμπόδιο στην κληρονομιά του. Το φιλμ, καλοκουρδισμένο, με μικρές δόσεις χιούμορ και αρκετή ραδιουργία από τον ήρωα, κάνει επιφανειακές νύξεις για τον μεγάλο πλούτο, παρουσιάζοντας τους πλούσιους ως ανόητους, ατάλαντους, μεγαλομανείς και αλαζόνες, που ζουν μέσα στη χλιδή και το σκοτάδι, με μοναδικό σκοπό τη διατήρηση του χρήματος και της εξουσίας.
Ο σκηνοθέτης ολοκληρώνει επαρκώς την ταινία του, αποφεύγοντας να σκάψει βαθύτερα στο θέμα του, εκτός αν το φινάλε, που υποδηλώνει πως τα πολλά χρήματα οδηγούν σε μια χρυσή φυλακή, εκληφθεί ως έμπνευση. Οι ερμηνείες των ηθοποιών παρουσιάζουν κάποιες αδυναμίες: ο Γκλεν Πάουελ θεωρείται «πολύ Αμερικανάκι» για τον ρόλο, η Μάργκαρετ Κουόλεϊ ως φαμ φατάλ προδίδει γρήγορα τον επικίνδυνο χαρακτήρα της, η Τζέσικα Χένγουικ μοιάζει ασθενική ως ηθικό στοιχείο, ενώ ο Εντ Χάρις προσπαθεί με την εμπειρία του να ανταπεξέλθει στον προχειρογραμμένο χαρακτήρα του πατριάρχη.
Εμμονή («Obsession»)
Η αμερικανική ταινία τρόμου παραγωγής 2026, σε σκηνοθεσία Κάρι Μπάρκερ, με τους Μάικλ Τζόνστον, Ίντε Ναβαρέτε, Κούπερ Τόμλινσον, Μέγκαν Λόουλες και Άντι Ρίχτερ, φέρνει στο προσκήνιο έναν ακόμα YouTuber, τον Μάικλ Τζόνστον, που έρχεται να αναταράξει τον κινηματογραφικό τρόμο. Πρόκειται για μια ταινία ψυχολογικού, μεταφυσικού τρόμου, η οποία κόστισε περίπου 800.000 δολάρια και έχει αποφέρει στους δημιουργούς της πάνω από 150 εκατομμύρια, ενώ έχει ενθουσιάσει ιδίως το νεανικό κοινό. Το φιλμ διακρίνεται για την έντονη ατμόσφαιρα ανησυχίας και βασίζεται σε μια πιασάρικη ιδέα για τις ερωτικές σχέσεις πάθους, οι οποίες, χωρίς την αγάπη, εξελίσσονται τοξικά και εφιαλτικά, ακολουθώντας το γνωστό μοτίβο «πρόσεχε τι εύχεσαι».
Ο Μπερ εργάζεται σε ένα δισκοπωλείο μαζί με την παιδική του φίλη, Νίκι, για την οποία τρέφει κρυφά αισθήματα. Ανήμπορος να της εκφράσει όσα νιώθει και πιστεύοντας πως εκείνη δεν αισθάνεται το ίδιο, αποφασίζει να της κάνει ένα ξεχωριστό δώρο. Σε ένα παράξενο κατάστημα ανακαλύπτει το μυστηριώδες «One Wish Willow», ένα αντικείμενο που υπόσχεται να πραγματοποιήσει μία και μοναδική ευχή. Ο Μπερ εύχεται η Νίκι να τον αγαπήσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στον κόσμο. Η ευχή πραγματοποιείται, αλλά όχι όπως το φανταζόταν. Η αγάπη της Νίκι μετατρέπεται σταδιακά σε μια επικίνδυνη εμμονή. Καθώς γίνεται ολοένα πιο κτητική και ασταθής, ο Μπερ συνειδητοποιεί πως κάποιες ευχές μπορούν να μετατραπούν στον χειρότερο εφιάλτη. Η ατμόσφαιρα και η κλιμάκωση της αγωνίας, του ωμού τρόμου και της ιδέας να αντικατασταθεί ο έρωτας με τον παραλογισμό και τη φρίκη, όπως και η αποφυγή των διαδεδομένων κλισέ, αποτελούν τα ατού της ταινίας. Ωστόσο, χάνει αρκετά στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, ιδίως των δεύτερων, καθώς και σε ορισμένες ερμηνείες που δεν είναι πειστικές. Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι εντάσσεται αρμονικά στο συναισθηματικά φορτισμένο και βαρύ κλίμα της ταινίας, η οποία διαθέτει και ορισμένες πραγματικά καλογυρισμένες σκηνές τρόμου, που ξεχωρίζουν εμφανώς από τον σωρό του είδους.
Leviticus («Leviticus»)
Ακόμη μία ταινία τρόμου από έναν νέο σκηνοθέτη, τον Αυστραλό Άντριαν Κιαρέλα, είναι η παραγωγή του 2025 με τους Τζο Μπερντ, Στέισι Κλάουζεν, Μία Βασίκοβσκα, Σάνον Μπέρι, Νίκολας Χόουπ και Γιούεν Λέσλι. Μπορεί να μην γνωρίσει την εμπορική επιτυχία της «Εμμονής» ούτε να διαθέτει σκηνές φρίκης και ωμότητας, αλλά είναι αρκετά πιο περιεκτική, διεισδυτική και ενίοτε ανατριχιαστική. Ο Άντριαν Κιαρέλα κάνει ένα δυναμικό ντεμπούτο, εντυπωσιάζοντας τους θαμώνες του φεστιβάλ στο Σάντανς και εξασφαλίζοντας παγκόσμια διανομή, με τη διεισδυτική του ματιά πάνω στη σχέση δύο αγοριών και τα κοινωνικά στερεότυπα, τη θρησκευτική τιμωρία και τη μετατροπή της καταπίεσης σε τρόμο. Σε μια μικρή και απομονωμένη πόλη της Αυστραλίας, δύο έφηβοι, ο Ναΐμ και ο Ράιν, ασφυκτιούν από τον τρόπο ζωής της βαθιά θρησκευόμενης κοινότητας. Τα δύο αγόρια έρχονται πολύ κοντά, και όταν η ερωτική τους έλξη γίνεται αντιληπτή, η ενήλικη κοινότητα επιστρατεύει έναν «θεραπευτή» για να τους «φέρει στον ίσιο δρόμο». Αντί όμως να εξομαλυνθούν τα πνεύματα, μια βίαιη δαιμονική οντότητα απελευθερώνεται και αρχίζει να τους καταδιώκει, παίρνοντας τη μορφή του προσώπου που επιθυμούν περισσότερο – ο ένας τον άλλον.
Η τελετουργία προσηλυτισμού, με τη μεταφυσική της διάσταση, μετατρέπει την επιθυμία σε τέρας. Αυτή η έμπνευση από τον ταλαντούχο σκηνοθέτη συνδυάζει με τόλμη τον απαιτητικό εφηβικό ρομαντισμό με τον ψυχολογικό, υπερφυσικό τρόμο, παραδίδοντας μια αλληγορία για το τραύμα των θεραπειών μεταστροφής και της θρησκευτικής ομοφοβίας, στην οποία παραπέμπει και ο τίτλος από το τρίτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Εδώ, ο τρόμος δεν είναι μεταφορά, αλλά κοινωνικός μηχανισμός που αποκτά σάρκα και μορφή, καθώς οι δύο ήρωες αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν κυριολεκτικά τον εαυτό τους, τα αισθήματά τους και την κοινωνική κατακραυγή. Η κλειστοφοβική φωτογραφία, το γεμάτο ένταση σάουντρακ που συνεισφέρει στη συνεχή αίσθηση απειλής, τα ξαφνιάσματα τρόμου, το μεθοδικό ντεκουπάζ και η χημεία των δύο πρωταγωνιστών, που περνούν με ευκολία από την τρυφερότητα στη φρίκη, τονώνουν συνεχώς το ενδιαφέρον, παρά τις όποιες ευκολίες στην ύπαρξη της υπερφυσικής οντότητας, κάποιων κλισέ σκηνών, αλλά και το αμήχανο βεβιασμένο φινάλε.
Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:
Το Άρωμα των Αναμνήσεων («The Scent of Memories»)
Από τη μεγάλη ιρανική κινηματογραφική σχολή έρχεται στη χώρα μας, με καθυστέρηση τριών χρόνων από την πρεμιέρα του, ένα δυνατό ψυχολογικό δράμα. Σκηνοθετημένο λιτά από τον Χαντί Μογαχνταμντούστ, το φιλμ χτίζει ένα βαθιά ανθρώπινο πορτρέτο, με εσωτερική ένταση, όπου ο χρόνος λειτουργεί ως καταλύτης και η προσωπική ευθύνη ως αναπόφευκτη συνθήκη. Ένας άνδρας, εγκλωβισμένος ανάμεσα στον φόβο και την αδυναμία του να αναλάβει ευθύνη, έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν και το παρόν του. Συνειδητοποιώντας τη φθορά του χρόνου, καλείται να ολοκληρώσει τα ανολοκλήρωτα και να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να κρύβεται ή αν θα σταθεί απέναντι στη ζωή. Πρόκειται για μια στοχαστική, αργών ρυθμών, ταινία για τη δύναμη της μνήμης και της επίδρασής της στο παρόν, χωρίς εντυπωσιασμούς, τρικ ανατροπών ή υπερβολικές δραματοποιήσεις, στηριγμένη στον πλούτο των συναισθημάτων, τις σιωπές και τα απλά της ζωής. Διεθνή κινηματογραφικά έργα, όπως αυτό, προσφέρουν συχνά μια διαφορετική οπτική. Πρωταγωνιστούν οι Μοσταφά Ζαμάνι, Χόντα Ζεϊνολαμπεντίν και Κούρος Ταχάμι.
Ψυχώ («Psycho»)
Ο εμβληματικός τίτλος, ταινία ορόσημο για τον κινηματογραφικό τρόμο, με αριστοτεχνική σκηνοθεσία, υποδειγματικό σενάριο και καθηλωτικούς χαρακτήρες, επιστρέφει στις θερινές αίθουσες. Το κλασικό θρίλερ τρόμου, που γύρισε το 1960 ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, προβάλλεται σε αποκατεστημένη κόπια. Η Μάριον, έχοντας βαρεθεί τη ζωή που κάνει, κλέβει 40.000 δολάρια από το αφεντικό της και κατευθύνεται οδικώς στην Καλιφόρνια για να συναντήσει τον εραστή της, αλλά στα μισά του δρόμου, καταβεβλημένη από την κούραση, σταματά σε ένα απόμερο μοτέλ. Ιδιοκτήτης και μόνος εργαζόμενος είναι ένας ντροπαλός νεαρός, ο Νόρμαν Μπέιτς. Πρόκειται για μια αριστουργηματικά δομημένη ταινία, που σπάει κανόνες, όπως της γραμμικής αφήγησης, τη δολοφονία της πρωταγωνίστριας από το πρώτο μισό ή το πρωτόγνωρο πυρακτωμένο μοντάζ σκηνών φρίκης, δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη ατμόσφαιρα αγωνίας και φόβου. Αξιοποιεί, επίσης, στον μέγιστο βαθμό το ψυχαναλυτικό σενάριο, γύρω από τις νευρώσεις, τον ευνουχισμό, την αμαρτία και τον καταπιεσμένο πόθο. Ο Άντονι Πέρκινς είναι θαυμάσιος στον ρόλο που τον σημάδεψε για πάντα, όπως και το κοινό, έξοχες είναι οι Τζάνετ Λι και Βέρα Μάιλς, ενώ αθάνατη παραμένει η μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν. Ο Τζον Ράσελ στη φωτογραφία και ο Τζορτζ Τομασίνι στο μοντάζ, κάνουν πραγματικά θαύματα. Η φημισμένη τρίλεπτη σκηνή της σφαγής στην ντουζιέρα, με τις 78 λήψεις και τα 52 κοφτερά κοψίματα, αποτελεί μάθημα έμπνευσης και τεχνικής, ενώ το φινάλε θεωρείται ότι πιο ανατριχιαστικό υπάρχει στη μεγάλη οθόνη.
Αμελί («Amelie»)
Η υπέροχη, γλυκύτατη γαλλική, ρομαντική κομεντί, με την ονειροπαρμένη γκαρσόνα Αμελί, η οποία έχει ένα δικό της τρόπο να κάνει ευτυχισμένους τους ανθρώπους με τη μεγάλη της καρδιά, σκηνοθετήθηκε δεξιοτεχνικά από τον Ζαν Πιέρ Ζενέ. Είναι ένα κινηματογραφικό παραμύθι, πιστό στον γαλλικό ρομαντισμό, που διακατέχεται από τον αναζωογονητικό αέρα της νουβέλ βαγκ και μια αθεράπευτη αισιοδοξία. Συμπληρώνοντας 25 χρόνια από την πρεμιέρα της, η ταινία που έκανε τεράστια επιτυχία σε όλο τον κόσμο και κατέστησε σταρ την Οντρέ Τοτού (γεννημένη για αυτόν τον ρόλο), κυκλοφορεί σε επετειακή επανέκδοση και με αποκατεστημένη κόπια. Το χαρισματικό καστ συμπληρώνουν οι Ματιέ Κασοβίτς, Ρουφύς, Λορέλα Κραβότα, Σερζ Μερλέν, Ζαμέλ Ντεμπούζ και Κλερ Μοριέ.