Η δεύτερη ημέρα του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Τεχνόπολης στο Γκάζι, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον του κοινού για τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα.
Ένα από τα κεντρικά σημεία της ημέρας ήταν η συνομιλία του Ρωμαίου συγγραφέα Ματέο Νούτσι με τον καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, Δημήτρη Πλάντζο. Ο κ. Νούτσι, ο οποίος έχει σπουδάσει Αρχαία Φιλοσοφία και έχει συγγράψει δοκίμια για τον Εμπεδοκλή, τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, ειδικεύεται στην αρχαιόθεμη λογοτεχνία. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Νούτσι επισήμανε ότι «υπάρχει μια παρεξήγηση, όταν το κλασικό χρησιμοποιείται για μια ομογενοποιημένη εθνική ταυτότητα». Τόνισε ότι οι σύγχρονες ταυτότητες είναι πληθυντικές και η πρόκληση έγκειται στο να αναγνωρίσουμε στην αρχαιότητα όχι ένα μνημείο, αλλά την κριτική σκέψη. Επικαλούμενος με θαυμασμό τα ομηρικά έπη, ανέφερε ως παράδειγμα την «Ιλιάδα» και παρέπεμψε στο βιβλίο του «Τα δάκρυα των ηρώων», εστιάζοντας στη συνάντηση του Αχιλλέα με τον Πρίαμο ως υπόδειγμα ενσυναίσθησης μεταξύ αντιπάλων, ένα στοιχείο που θεωρεί ότι απουσιάζει σήμερα. Αναφερόμενος στην επικείμενη έκδοση του μυθιστορήματός του για τον Πλάτωνα («Platone. Una storia d’ amore»), ο Νούτσι δήλωσε οπαδός του φιλοσόφου, εξηγώντας ότι τον ενδιέφερε «ο πραγματικός Πλάτωνας και όχι εκείνος των βιβλίων. Ο άνθρωπος της δικαιοσύνης και του έρωτα. Δηλαδή της πολιτικής στον πυρήνα της». Πρόσθεσε ότι η ζωή του Πλάτωνα ήταν ένας αγώνας για τη δημιουργία συνθηκών ζωής με αξίες και ομορφιά, πείθοντας τους ανθρώπους να ανακαλύψουν τη δικαιοσύνη. Ερωτηθείς για την αποφυγή της κατάχρησης του κλασικού, ο συγγραφέας πρότεινε να πάψουμε να θεωρούμε τους αρχαίους ως «δασκάλους της απόλυτης αλήθειας» ή «μη αμφισβητήσιμες αυθεντίες», αλλά ως «αφηγητές με αδυναμίες και προτερήματα», τονίζοντας ότι «η αρχαιότητα δεν είχε ευαγγέλιο» και ότι οι φιλόσοφοι διδάσκουν τον έρωτα ως τη θεότητα της έλλειψης.
Στη συνέχεια, η σκυτάλη δόθηκε στον Ιρλανδό συγγραφέα Κέβιν Μπάρι, ο οποίος συνομίλησε με τον συγγραφέα Χρήστο Αστερίου. Ο κ. Μπάρι, γνωστός για το ιδιαίτερο γλωσσικό του ύφος και τα μεταφρασμένα στα ελληνικά μυθιστορήματά του «Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη» και «Η καρδιά το καταχείμωνο», υπογράμμισε τη σημασία του χιούμορ στη λογοτεχνία. Περιγράφοντας τη γλώσσα του, δήλωσε ότι χρησιμοποιεί τους κώδικες της εργατικής τάξης και των τοπικών κοινοτήτων, αντιστρέφοντας τα επίσημα αγγλικά σε μια «μετα-αποικιοκρατική γλώσσα», εμπλουτισμένη με εκφράσεις της καθημερινότητας. Ανέφερε ότι οι Ιρλανδοί εκτιμούν την προφορική παράδοση, τους μύθους και τη δημιουργία παράλογων ιστοριών. Ως κοινή συνισταμένη της ιρλανδικής ταυτότητας προσδιόρισε την ασέβεια, την οποία χαρακτήρισε ως «πραγματική τέχνη», καθώς και το συναίσθημα, το οποίο εκδηλώνεται ως δίπολο μελαγχολίας και υστερικής αίσθησης του χιούμορ. Τέλος, παρομοίασε το μυθιστόρημα με «ένα σπίτι με πολλά δωμάτια», επιλέγοντας τη μεγάλη φόρμα για τις δυνατότητες που προσφέρει.

