Ουγγαρία: ‘Eπεσε ο Όρμπαν, πέφτει ο Ορμπανισμός; Το στοίχημα του Μάγιαρ για επιστροφή στην Ευρώπη και η κληρονομιά ενός αυταρχικού μοντέλου

Μετά από 16 χρόνια κυριαρχίας του Βίκτορ Όρμπαν, η Ουγγαρία αναζητά τον δρόμο προς την Ευρώπη. Θα καταφέρει ο Πέτερ Μάγιαρ να αποδομήσει το βαθύ κράτος και τον ορμπανισμό;

Ουγγαρία: ‘Eπεσε ο Όρμπαν, πέφτει ο Ορμπανισμός; Το στοίχημα του Μάγιαρ για επιστροφή στην Ευρώπη και η κληρονομιά ενός αυταρχικού μοντέλου

Η εικόνα του Βίκτορ Όρμπαν να αποχωρεί από το προσκήνιο, έπειτα από δεκαέξι χρόνια σχεδόν αδιατάρακτης κυριαρχίας, είναι από μόνη της ιστορική. Για ένα μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης όμως, το ερώτημα δεν είναι αν «έπεσε ο Όρμπαν», αλλά αν έπεσε ο ορμπανισμός: το ιδιότυπο μείγμα αυταρχικού εθνολαϊκισμού, πελατειακού καπιταλισμού και επιθετικού ευρωσκεπτικισμού που έκανε την Ουγγαρία το πιο θορυβώδες «παιδί» της Ένωσης. Αν ο Πέτερ Μάγιαρ και η νέα του πολιτική δύναμη μπορούν να αντιστρέψουν αυτή την πορεία ή αν απλώς θα ρετουσάρουν το μοντέλο, είναι το πραγματικό διακύβευμα της «μετά-Όρμπαν» εποχής.

σχετικά άρθρα

Το σύνθημα της «επιστροφής στην Ευρώπη»

Η προεκλογική καμπάνια του Μάγιαρ χτίστηκε πάνω σε ένα σύνθημα: «επιστροφή στην Ευρώπη». Ένα σύνθημα που μιλά περισσότερο στη Βρυξέλλη, στο Βερολίνο και στο Παρίσι, παρά στον μέσο Ούγγρο ψηφοφόρο. Για την καθημερινότητα του τελευταίου, η «Ευρώπη» τα τελευταία χρόνια ταυτίστηκε με παγωμένα κονδύλια, κατηγορίες για διαφθορά και –κυρίως– με την εικόνα μιας απομακρυσμένης γραφειοκρατίας που υποτίθεται ότι δεν καταλαβαίνει τις «ιδιαιτερότητες» της ουγγρικής κοινωνίας. Ο Όρμπαν φρόντισε επιμελώς να καλλιεργήσει αυτή την αφήγηση, μετατρέποντας κάθε σύγκρουση με τις Βρυξέλλες σε εσωτερικό πολιτικό καύσιμο.

Η νέα κυβέρνηση, αν θέλει όντως να αλλάξει πορεία, πρέπει να αποδομήσει αυτή την κληρονομιά σε τρία επίπεδα. Πρώτον, στο θεσμικό: να ανακτήσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, να περιορίσει τον κομματικό έλεγχο στα δημόσια ΜΜΕ, να ενισχύσει τους μηχανισμούς διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις. Δεύτερον, στο οικονομικό: να απεμπλέξει την Ουγγαρία από το σύστημα «κρατικοδίαιτων ολιγαρχών» που άνθισαν υπό τον Όρμπαν, αξιοποιώντας ευρωπαϊκά κονδύλια ως εργαλείο πολιτικής επιρροής. Και τρίτον, στο γεωπολιτικό: να μετακινήσει σταδιακά τη χώρα από τη θέση του «Δούρειου Ίππου» του Κρεμλίνου στο εσωτερικό της ΕΕ, σε έναν στοιχειωδώς αξιόπιστο εταίρο.

Το βαθύ κράτος και τα όρια των θεσμικών τομών

Το θεσμικό σκέλος ίσως είναι –παραδόξως– το πιο «εύκολο» να αναγγελθεί, αλλά το πιο δύσκολο να εφαρμοστεί. Το βαθύ κράτος, η Δικαιοσύνη, οι ρυθμιστικές αρχές, έχουν στελεχωθεί συστηματικά με πρόσωπα προσκείμενα στο Fidesz. Ακόμη και αν υπάρξει πολιτική βούληση για εκκαθαρίσεις, οι νομικές κόκκινες γραμμές, τα συνταγματικά όρια και οι συσχετισμοί στο Κοινοβούλιο θα λειτουργήσουν ως φρένο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την πλευρά της, θα απαιτήσει ουσιαστικές, όχι επικοινωνιακές, αλλαγές προκειμένου να αποδεσμεύσει τα παγωμένα δισεκατομμύρια. Η νέα κυβέρνηση θα χρειαστεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην πίεση των Βρυξελλών για «βαθιές τομές» και στην πίεση ενός συστήματος εξουσίας που, έστω χωρίς Όρμπαν στην κορυφή, παραμένει ισχυρό.

Στο οικονομικό πεδίο, τα πράγματα είναι ακόμη πιο περίπλοκα. Η Ουγγαρία έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ένα αναπτυξιακό μοντέλο που βασίζεται σε τρεις πυλώνες: φθηνή ρωσική ενέργεια, σημαντικές γερμανικές και άλλες δυτικοευρωπαϊκές επενδύσεις στη βιομηχανία (ιδίως αυτοκινητοβιομηχανία) και μαζική εισροή ευρωπαϊκών κονδυλίων. Το «κόλπο» του Όρμπαν ήταν ότι, ενώ συγκρουόταν πολιτικά με την ΕΕ, αξιοποιούσε στο έπακρο την οικονομική της στήριξη, διοχετεύοντάς την σε έναν πυρήνα «φίλων» επιχειρηματιών. Ο Μάγιαρ καλείται τώρα να διατηρήσει την ελκυστικότητα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού, να αποκαταστήσει τη ροή των ευρωπαϊκών πόρων και ταυτόχρονα να σπάσει έναν κύκλο διαφθοράς που έχει γίνει σχεδόν δομικός.

Από «Δούρειος Ίππος» του Κρεμλίνου σε αξιόπιστο εταίρο;

Η γεωπολιτική διάσταση είναι ίσως η πιο ορατή προς τα έξω. Ο Όρμπαν μετατράπηκε σε σύμβολο του «αντισυστημικού» δεξιού λαϊκισμού, έχτισε προσωπική σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, συντάχθηκε με τη ρητορική περί «κυρίαρχων εθνών» απέναντι στις «παγκοσμιοποιημένες ελίτ» και υιοθέτησε ένα ιδιόμορφο φιλορωσικό προφίλ, ειδικά μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Η Βουδαπέστη έγινε το πιο φιλικό προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν κέντρο εντός ΕΕ, είτε μέσω εξαίρεσης από κυρώσεις, είτε μέσω ηχηρών διαφοροποιήσεων σε ευρωπαϊκά Συμβούλια. Αυτή η στάση δεν ήταν απλώς ιδεολογική· αντανακλούσε πραγματικές εξαρτήσεις στην ενέργεια, αλλά και μια συνειδητή επιλογή να τοποθετηθεί η Ουγγαρία ως «γέφυρα» ανάμεσα στη Δύση και τη Μόσχα – με αντάλλαγμα εσωτερικά πολιτικά οφέλη.

Η νέα κυβέρνηση, αν θέλει ευρωπαϊκή αποκατάσταση, δεν έχει την πολυτέλεια να συνεχίσει αυτή τη γραμμή με τον ίδιο θόρυβο. Θα χρειαστεί να στηρίξει πιο καθαρά την κοινή γραμμή της ΕΕ στο ουκρανικό, να πάψει να χρησιμοποιεί το βέτο ως εργαλείο παζαριού και να ευθυγραμμιστεί –τουλάχιστον στα βασικά– με το πλαίσιο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα κόψει απότομα τους ενεργειακούς δεσμούς με τη Μόσχα· μια τέτοια κίνηση θα είχε υψηλό οικονομικό κόστος. Σημαίνει όμως ότι η Βουδαπέστη θα πρέπει να πάψει να εμφανίζεται ως ο «χρήσιμος ηλίθιος» του Κρεμλίνου μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Επιστροφή στην Ευρώπη ή «εξευρωπαϊσμένος» ορμπανισμός;

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν όλα τα παραπάνω συνιστούν πραγματική «επιστροφή στην Ευρώπη» ή αν πρόκειται για μια πιο κοσμιευμένη, πιο «διαχειρίσιμη» εκδοχή του ίδιου μοντέλου. Ο Μάγιαρ δεν εξελέγη ως επαναστάτης, αλλά ως συντηρητικός μεταρρυθμιστής, που υπόσχεται να εξομαλύνει τη σχέση με την ΕΕ χωρίς να διαρρήξει τις ισορροπίες στο εσωτερικό. Η πίεση για γρήγορα αποτελέσματα –ιδίως στο μέτωπο των ευρωπαϊκών πόρων– μπορεί να τον οδηγήσει σε συμβιβασμούς: σε μερική, όχι ολική, αποδόμηση του ορμπανικού συστήματος, σε μια συμφωνία «μη παρέμβασης» με τμήματα του παλιού καθεστώτος.

Από την άλλη, η ίδια η Ευρώπη έχει κάθε κίνητρο να «αγκαλιάσει» τη νέα κυβέρνηση και να δείξει ότι η αλλαγή πορείας ανταμείβεται. Ο κίνδυνος εδώ είναι η βιασύνη: αν οι Βρυξέλλες σπεύσουν να ξεπαγώσουν κονδύλια και να κλείσουν τα μάτια σε ημιτελείς μεταρρυθμίσεις, το μήνυμα προς άλλα αμφισβητούμενα καθεστώτα θα είναι ότι αρκεί μια αλλαγή ρητορικής για να αποκατασταθούν οι σχέσεις. Αντιθέτως, μια πιο απαιτητική στάση μπορεί να βοηθήσει τον Μάγιαρ να σπάσει όντως τα παλιά δίκτυα, προσφέροντάς του το επιχείρημα ότι «δεν γίνεται αλλιώς, η Ευρώπη απαιτεί πραγματικές αλλαγές».

Η πραγματική μάχη της επόμενης τετραετίας

Η απάντηση στο ερώτημα αν η Ουγγαρία «επιστρέφει στην Ευρώπη» θα δοθεί όχι στα διπλωματικά σαλόνια, αλλά στην καθημερινότητα: στο αν θα σταματήσει η πολιτική εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης, στο αν τα δημόσια χρήματα θα πάψουν να καταλήγουν σε έναν στενό κύκλο «φίλων», στο αν οι πολίτες θα νιώσουν ότι η ΕΕ δεν είναι ένας απόμακρος δυνάστης, αλλά ένας χωρος κανόνων που προστατεύουν τα δικαιώματά τους. Ο Όρμπαν μπορεί να αποχωρεί, αλλά ο ορμπανισμός –ως πολιτική κουλτούρα– θα παραμένει παρών για καιρό ακόμη. Το αν ο Μάγιαρ θα τον ανατρέψει ή απλώς θα τον εξευρωπαϊσει επικοινωνιακά, είναι η πραγματική μάχη της επόμενης τετραετίας.