Η Citi προχωρά σε ουσιαστική αναβάθμιση της επενδυτικής της στάσης για τον όμιλο ΤΙΤΑΝ, ανεβάζοντας την τιμή-στόχο στα 70 ευρώ ανά μετοχή και διατηρώντας σύσταση αγοράς, σηματοδοτώντας μια αλλαγή φιλοσοφίας στον τρόπο με τον οποίο «διαβάζει» πλέον τη μετοχή. Σύμφωνα με τον αναλυτή της Citi η ΤΙΤΑΝ δεν αντιμετωπίζεται πια ως μια τυπική κυκλική τσιμεντοβιομηχανία, αλλά ως μια εταιρεία που μετασχηματίζει σταδιακά τη δομή της κερδοφορίας και των περιθωρίων της.
Το βασικό επιχείρημα της Citi είναι ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης δεν θα προκύψει από την αύξηση των όγκων ή από τον κατασκευαστικό κύκλο, αλλά από το τι παράγει η εταιρεία και με ποιον τρόπο το παράγει. Η τράπεζα εκτιμά ότι ο όμιλος εισέρχεται σε μια περίοδο ποιοτικής αναβάθμισης του προϊόντος του, με άμεσες επιπτώσεις στη μακροπρόθεσμη κερδοφορία.
Στο βασικό της σενάριο, η Citi τοποθετεί την εύλογη αξία στα 70 ευρώ, ενώ στο θετικό σενάριο η αποτίμηση μπορεί να φτάσει τα 78 ευρώ, με το αρνητικό σενάριο να διαμορφώνεται στα 46 ευρώ. Οι βασικοί καταλύτες για την πορεία της μετοχής παραμένουν η ζήτηση στις ΗΠΑ και η εξέλιξη του κόστους και των τιμών πώλησης.
Κεντρικό ρόλο στην ανάλυση παίζουν τα εναλλακτικά τσιμεντοειδή υλικά (Alternative Cementitious Materials – ACMs). Η Citi θεωρεί ότι η ΤΙΤΑΝ δημιουργεί σταδιακά ένα δεύτερο επιχειρηματικό σκέλος, με χαρακτηριστικά διαφορετικής βιομηχανίας, χαμηλότερο κόστος παραγωγής, premium τιμολόγηση και σαφώς υψηλότερα περιθώρια κέρδους. Το νέο αυτό business line στοχεύει να φτάσει το 10% των πωλήσεων έως το 2029, με εκτιμώμενο EBITDA margin κοντά στο 29%, όταν ο όμιλος σήμερα κινείται γύρω στο 23%.
Η Citi υποστηρίζει ότι μέσω αυτής της στρατηγικής αλλάζει η ίδια η εξίσωση της κερδοφορίας. Όσο αυξάνεται η συμμετοχή των εναλλακτικών υλικών στο τελικό προϊόν, μειώνεται η χρήση κλίνκερ, περιορίζεται το ενεργειακό κόστος και το κόστος εκπομπών CO₂, ενώ παράλληλα το προϊόν αποκτά περιβαλλοντική υπεραξία και μεγαλύτερη τιμολογιακή ισχύ. Έτσι, η ΤΙΤΑΝ ενισχύει τα περιθώριά της όχι μέσω κύκλων ζήτησης, αλλά μέσω δομικής βελτίωσης.
Ο δεύτερος βασικός πυλώνας της στρατηγικής είναι η ψηφιοποίηση. Η Citi αντιμετωπίζει τον όμιλο περισσότερο ως εταιρεία που υιοθετεί βιομηχανική τεχνολογία, παρά ως παραδοσιακή βαριά βιομηχανία. Η εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης σε λειτουργίες εργοστασίων, logistics και συντήρησης αποφέρει ήδη περίπου 30 εκατ. ευρώ ετήσιο όφελος, που αντιστοιχεί στο 5% του EBITDA, ενώ αναμένεται περαιτέρω ενίσχυση καθώς οι λύσεις αυτές περνούν από το πιλοτικό στάδιο στην πλήρη ενσωμάτωση.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στη γεωγραφική έκθεση του ομίλου. Για τη Citi, η αγορά που καθορίζει τις επιδόσεις της ΤΙΤΑΝ δεν είναι πλέον η Ελλάδα, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες. Περίπου το 60% του EBITDA προέρχεται από τις ΗΠΑ, και κυρίως από τη Φλόριντα, όπου η ζήτηση σε υποδομές και εμπορικές κατασκευές παραμένει ισχυρή. Η Ευρώπη προσφέρει σταθερότητα στις τιμές και καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγικής δυναμικότητας, ενώ η Ελλάδα εισέρχεται σε φάση ανάκαμψης μετά από μια δεκαετία χαμηλής ζήτησης.
Για το τέταρτο τρίμηνο του 2025, η Citi προβλέπει πωλήσεις περίπου 646 εκατ. ευρώ και EBITDA 137 εκατ. ευρώ, ελαφρώς χαμηλότερα σε ετήσια βάση λόγω του αυξημένου κόστους εισροών, αλλά με ανθεκτική τιμολόγηση και στήριξη από τα αμερικανικά έργα υποδομών. Για το 2026, η τράπεζα αναμένει διατήρηση των ισχυρών περιθωρίων, με την ουσιαστική αλλαγή να αποτυπώνεται κυρίως στη μεσοπρόθεσμη πορεία, καθώς αυξάνεται το βάρος του νέου επιχειρηματικού μείγματος.
Συνολικά, η Citi βλέπει την ΤΙΤΑΝ να εξελίσσεται σε έναν όμιλο με πιο σταθερή, τεχνολογικά ενισχυμένη και περιβαλλοντικά αναβαθμισμένη κερδοφορία. Η τιμή-στόχος των 70 ευρώ αποτυπώνει αυτή τη μετάβαση και αντικατοπτρίζει την πεποίθηση ότι η μετοχή εισέρχεται σε μια νέα φάση αποτίμησης, λιγότερο εξαρτημένη από τον οικονομικό κύκλο και περισσότερο από διαρθρωτικές αλλαγές υψηλής προστιθέμενης αξίας.

