Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά στην Ελλάδα που, κυριολεκτικά, μεγάλωσε τον εαυτό της. Έμαθαν από πολύ μικρή ηλικία να μην βασίζονται σε κανέναν απολύτως και, εντελώς αθόρυβα, κράτησαν όρθια την κοινωνία μας μέσα από τις πιο διαδοχικές και σκληρές κρίσεις. Δεν πρόκειται ποτέ να τους ακούσετε να περιαυτολογούν για τις αντοχές τους. Είναι οι σημερινοί πενηντάρηδες, η περίφημη Γενιά Χ (Generation X) της Ελλάδας.
Για να κατανοήσουμε πραγματικά αυτούς τους ανθρώπους, οφείλουμε να αφήσουμε στην άκρη τις εισαγόμενες κοινωνιολογικές αναλύσεις και να εμβαθύνουμε στην ελληνική πραγματικότητα που τους σφυρηλάτησε.
Τα «παιδιά με το κλειδί»
Ας μεταφερθούμε νοερά στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Επιστρέφεις στο σπίτι με τα πόδια μετά το σχολείο και το διαμέρισμα είναι άδειο, καθώς η αστικοποίηση έχει βάλει πλέον και τους δύο γονείς στην αγορά εργασίας. Δεν υπάρχουν κινητά τηλέφωνα για μια γρήγορη κλήση επιβεβαίωσης. Ξεκλειδώνεις την πόρτα μόνος σου –είσαι το κλασικό «παιδί με το κλειδί κρυμμένο στη γλάστρα»–, ζεσταίνεις το φαγητό, διαβάζεις τα μαθήματά σου και βγαίνεις στην αλάνα της γειτονιάς, με τον απαράβατο κανόνα να επιστρέψεις «μόλις ανάψουν τα φώτα του δρόμου».
Αυτό το βίωμα ήταν ένα ταχύρρυθμο, πρώιμο μάθημα αυτονομίας. Η γενιά αυτή έμαθε τον πιο αμείλικτο κανόνα της ζωής: οι πράξεις έχουν άμεσες συνέπειες και δεν υπάρχει πάντα κάποιος διαθέσιμος να σε διασώσει. Ένα τέτοιο περιβάλλον καλωδιώνει τον εγκέφαλο να σκέφτεται μονίμως ένα βήμα μπροστά. Γι’ αυτό οι σημερινοί πενηντάρηδες συχνά προετοιμάζονται ασυνείδητα για το χειρότερο. Παραμένουν επιφυλακτικοί ακόμα και όταν όλα πηγαίνουν περίφημα. Δεν είναι τοξική απαισιοδοξία· είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης.
Η κατάρρευση του ονείρου και η σκληρή δουλειά
Παράλληλα, αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν με μια πολύ συγκεκριμένη υπόσχεση: «Διάβασε, πάρε ένα πτυχίο, βρες μια σίγουρη δουλειά και η ζωή σου θα είναι εξασφαλισμένη». Όμως, καθώς βρίσκονταν στην πιο παραγωγική τους ηλικία, ήρθαν αντιμέτωποι με τη σαρωτική δεκαετή οικονομική κρίση. Είδαν το ελληνικό όνειρο να καταρρέει. Είδαν μισθούς να περικόπτονται, επιχειρήσεις να κλείνουν μέσα σε μια νύχτα και τη «σιγουριά» να εξατμίζεται.
Έτσι, ενσωμάτωσαν ένα εντελώς διαφορετικό μάθημα: μην εμπιστεύεσαι το σύστημα και το κράτος, εμπιστεύσου αποκλειστικά τα δικά σου χέρια. Δεν τρέφουν ψευδαισθήσεις περιμένοντας τη σωτηρία από τρίτους. Είναι όμως βαθιά αδιαπραγμάτευτοι με την προσωπική τους αξιοπρέπεια και ικανότητα. Αυτή, άλλωστε, είναι η γενιά που δούλευε τα καλοκαίρια εξαντλητικά ωράρια ως σερβιτόροι στα νησιά, και οι έφηβοι που έβγαζαν το χαρτζιλίκι τους δουλεύοντας στα συνοικιακά βίντεο κλαμπ ή βοηθώντας στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Οι δουλειές αυτές ήταν η άμεση εισαγωγή τους στον σκληρό κόσμο των ενηλίκων. Γι’ αυτό η ελληνική Γενιά Χ δεν αναρτά ρητά παρακίνησης για τη σκληρή δουλειά. Απλώς εμφανίζονται, φέρνουν εις πέρας την αποστολή τους σιωπηλά και προχωρούν.
Η γενιά-γέφυρα
Υπάρχει ένα ισχυρό παράδοξο σε αυτούς τους ανθρώπους: σιχαίνονται να ζητούν βοήθεια. Αν όμως εσείς βρεθείτε σε ανάγκη, θα είναι οι πρώτοι που θα σταθούν δίπλα σας, χωρίς βαρύγδουπες δηλώσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Έχουν εμπεδώσει ότι όσο λιγότερα γνωρίζουν οι άλλοι για εσένα, τόσο πιο ασφαλής παραμένεις.
Στην ουσία, είναι η μεγάλη γενιά – γέφυρα. Δεν ανήκουν ολοκληρωτικά ούτε στην παλιά Ελλάδα της γειτονιάς, ούτε στη νέα, φρενήρη ψηφιακή πραγματικότητα. Είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον αναλογικό κόσμο που χάθηκε και τον ψηφιακό που κυριαρχεί. Και ως γνωστόν, οι γέφυρες δεν δέχονται ποτέ χειροκροτήματα. Απλώς σηκώνουν αθόρυβα το βάρος ολόκληρης της κοινωνίας, κάθε μέρα, χωρίς να παραπονεθούν ποτέ.

