Τζένη Καρέζη: Το πορτρέτο μιας αντισυμβατικής καλλιτέχνιδας

Η Τζένη Καρέζη, εξέχουσα προσωπικότητα του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, χαρακτήριζε την καλλιτεχνική της πορεία με μια ιδιαίτερη αυθαιρεσία, δυσχεραίνοντας τον εγκλωβισμό της σε κοινές κατηγορίες.

Τζένη Καρέζη: Το πορτρέτο μιας αντισυμβατικής καλλιτέχνιδας
Τζένη Καρέζη: Το πορτρέτο μιας αντισυμβατικής καλλιτέχνιδας

Συναντήσεις μαζί της, ακόμη και σύντομες, δημιουργούσαν την αίσθηση ενός εξαιρετικού ποιητικού πλάσματος, ένα συναίσθημα που ενισχυόταν μέσα από μακροχρόνιες φιλίες.

σχετικά άρθρα

Παρόλο που δραστηριοποιούνταν σε ένα περιβάλλον με αυστηρά καθορισμένα όρια και υποχρεώσεις, η Καρέζη λειτουργούσε συχνά σε ρήξη με αυτό, αμφισβητώντας το. Η στάση αυτή εκδηλωνόταν ως ταυτόχρονη επιθετικότητα και απόσταση, πρόκληση και σεβασμός, ποτέ όμως προσβλητική ή συμβιβαστική. Η ίδια ενοχλείτο από το άκουσμα του πραγματικού της ονόματος, Ευγενία Καρπούζη, καθώς το Τζένη Καρέζη της είχε δοθεί από τον Άγγελο Τερζάκη, δάσκαλό της στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Σε μεταμεσονύχτιες εξομολογήσεις, η Καρέζη είχε εκφράσει την άποψη ότι η ίδια και η Αλίκη Βουγιουκλάκη θα ήταν «αφαντάστα πιο κερδισμένες», αν αντί να περνούν ώρες σε γυρίσματα της Φίνος Φιλμ, αφιέρωναν χρόνο στην ανάγνωση βιβλίων. Αυτή η δήλωση υποδήλωνε μια καλλιτέχνιδα που αντιλαμβανόταν τη θέση της πέρα από τους τρέχοντες όρους της καλλιτεχνικής αγοράς.

Η επιτυχία μιας παράστασης την ενδιέφερε εξίσου με την τοποθέτησή της στο μέλλον και τη διατήρησή της ως ιστορικό καλλιτεχνικό γεγονός. Είχε τη συνείδηση ότι το έργο ενός καλλιτέχνη απαιτεί μια απτή παρουσία. Συμμετείχε σε συζητήσεις με φίλους της, όπως οι Λέων Καραπαναγιώτης, Κώστας Μητρόπουλος, Σταμάτης Φασουλής, Μαρία Δαμανάκη, Κυρ, Κώστας Σταματίου, Ντόρα Γιαννακοπούλου, Κώστας Γεωργουσόπουλος και Γιώργος Κιμούλης, υπερασπιζόμενη την «αιωνιότητα» της θεατρικής «ώρας» έναντι του εφήμερου χαρακτήρα της. Η χαρά της ήταν έκδηλη όταν μπορούσε να συμβάλει στην επιβίωση ενός έργου, όπως συνέβη όταν, σε ταξίδι στο Παρίσι, ανακάλυψε και απέκτησε κασέτες συνομιλίας του Γιώργου Σεφέρη με τη δημοσιογράφο Αν Φιλίπ, τμήμα των οποίων είχε δημοσιευθεί στη γαλλική «Le Monde» και στο «Βήμα» κατά την περίοδο της χούντας. Το ποσό που κατέβαλε και η πηγή των κασετών δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ.

Οι φιλικές συνάξεις στο σπίτι της ή στο θέατρό της οργανώνονταν με επιμέλεια, ώστε ο κάθε παρευρισκόμενος να αισθάνεται ότι διατηρεί εξέχουσα θέση σε μια υψηλού επιπέδου συνάντηση. Δημιουργούσε ατμόσφαιρα συζήτησης με βάση την πολιτική και καλλιτεχνική επικαιρότητα, χωρίς ίχνος βεντετισμού, ενθαρρύνοντας την ειλικρίνεια. Σχετικά με τις σχέσεις της με τους άλλους, είχε διατυπώσει την άποψη ότι «δεν υπάρχει τράπεζα στον κόσμο όπου να μπορείς να κάνεις αναλήψεις, αν προηγουμένως δεν έχεις κάνει καταθέσεις». Ενδεικτική της καλλιτεχνικής της ακεραιότητας ήταν η απάντησή της στον Κάρολο Κουν κατά τα χρόνια της χούντας, όταν δέχτηκε να κλείσει το επιτυχημένο της θέατρο (με την κωμωδία «Μαίρη Μαίρη») για να συνεργαστεί με το Θέατρο Τέχνης στο «Υπόγειο», χωρίς καμία οικονομική απαίτηση ή αξίωση για τη θέση του ονόματός της.

Αν και η παρουσία της παραμένει έντονη στη συλλογική μνήμη μέσω των κινηματογραφικών της ταινιών, όπως «Το νησί των γενναίων», «Η νύφη το έσκασε», «Ραντεβού στην Κέρκυρα», «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Τζένη Τζένη», «Δεσποινίς διευθυντής», η ίδια θα προτιμούσε να τη θυμούνται για τις θεατρικές της παραστάσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται ο «Άμλετ», η «Ανθή», «Ο ματωμένος γάμος» (όπου υποδύθηκε τη Νύφη και το Φεγγάρι), «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», «Και τώρα οι δυο μας», «Βυσσινόκηπος», «Διαμάντια και μπλουζ», «Ηλέκτρα», «Μήδεια» και «Οιδίποδας». Τους πρώτους μήνες του 1992, με πλήρη συνείδηση του επικείμενου τέλους της, η Τζένη Καρέζη αντιμετώπισε αυτή τη στιγμή ως μια ελεύθερη επιλογή, με κυριότερο συμπαραστάτη της τον στίχο του Οδυσσέα Ελύτη από την «Ελεγεία της Οξώπετρας»: «Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ».