Ένα θαλάσσιο μη επανδρωμένο σκάφος (drone), εντοπισμένο από ψαρά στη Λευκάδα, βρίσκεται στο επίκεντρο εκτεταμένης έρευνας από τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Το drone, το οποίο ήταν φορτωμένο με εκρηκτικά και πυροκροτητές και φέρεται να έχει εμβέλεια 432 μιλίων, προκάλεσε άμεσο συναγερμό στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ), στις Ένοπλες Δυνάμεις και σε τρία υπουργεία.
Τεχνικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, εξειδικευμένοι στο συγκεκριμένο αντικείμενο, διεξάγουν ενδελεχή έρευνα για να διαπιστώσουν τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ναυτικού drone, τη χώρα ή την εταιρεία κατασκευής του, καθώς και τον τρόπο τηλεχειρισμού που χρησιμοποιήθηκε για την άφιξή του στην Ελλάδα. Η έρευνα αυτή εστιάζει κυρίως στο λογισμικό και στον εξοπλισμό του σκάφους, στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στον κατασκευαστή ή τον τελικό χρήστη.
Σύμφωνα με αναφορές του τηλεοπτικού σταθμού MEGA, το πλωτό drone εκτιμάται ότι είναι ουκρανικής κατασκευής, τύπου Magura, μοντέλα τα οποία χρησιμοποιούνται σε επιχειρήσεις εναντίον του ρωσικού στόλου στη Μαύρη Θάλασσα. Οι Αρχές επιδιώκουν να απαντήσουν σε κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την παρουσία του στη Λευκάδα, τον χειριστή του και τον πιθανό στόχο του.
Οι αρχικές εκτιμήσεις υποδεικνύουν ότι το drone ενδέχεται να είχε χάσει την επαφή με τον χειριστή του, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη πορεία του έως την κατάληξή του στη θαλάσσια περιοχή της Λευκάδας. Δεδομένου ότι ήταν ακυβέρνητο αλλά με τις μηχανές σε λειτουργία, εκτιμάται ότι προκλήθηκε σοβαρός κίνδυνος για τους αλιείς που το ρυμούλκησαν, καθώς και για τους κατοίκους της περιοχής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέταση των ηλεκτρονικών συστημάτων του drone. Όπως αναφέρει το Newsit, οι ειδικοί αναζητούν στα κυκλώματα ίχνη της διαδρομής που ακολούθησε, όπως τα προκαθορισμένα σημεία πορείας (waypoints), τα οποία μπορούν να αποκαλύψουν εάν το drone είχε συγκεκριμένη αποστολή ή αν κινήθηκε εκτός ελέγχου. Οι τελευταίες εντολές που δέχθηκε είναι επίσης κρίσιμες για να προσδιοριστεί αν υπήρχε ενεργός χειριστής, αν λειτούργησε αυτόνομα ή αν υπήρξε δυσλειτουργία που οδήγησε σε απώλεια ελέγχου. Επιπλέον, εξετάζονται τα πρωτόκολλα επικοινωνίας για να διαπιστωθεί αν η καθοδήγηση γινόταν μέσω δορυφορικής ζεύξης, ραδιοζεύξης, κινητού δικτύου, relay ή συνδυασμού αυτών.
Ο αεροναυπηγός και εκδότης του περιοδικού «Πτήση», Φαίδων Καραϊωσηφίδης, μιλώντας στην ΕΡΤ, τοποθέτησε το περιστατικό σε ένα ευρύτερο πλαίσιο υβριδικού πολέμου που συνδέεται με τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Χαρακτήρισε το drone «απτό δείγμα ενός άγνωστου υβριδικού πολέμου», ο οποίος, όπως εκτίμησε, επεκτείνεται πέρα από το ουκρανικό μέτωπο και στη Μεσόγειο. Ανέφερε ότι παρόμοια συστήματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε επιθέσεις κατά ρωσικών πλοίων συμφερόντων, ιδίως του «σκιώδους στόλου». Εξέφρασε την εκτίμηση ότι το περιστατικό στη Λευκάδα ενδέχεται να αποτελεί μέρος ευρύτερης επιχειρησιακής πρακτικής, καθώς τέτοια συστήματα χρησιμοποιούνται συχνά σε ομάδες για αιφνιδιασμό και υπερφόρτωση της άμυνας στόχων.
Για την παρουσία του drone στο Ιόνιο, ο κ. Καραϊωσηφίδης εκτίμησε, χωρίς επίσημα στοιχεία, ότι τέτοια συστήματα πιθανόν να μεταφέρονται με εμπορικά πλοία και να απελευθερώνονται με προγραμματισμένη αποστολή και δυνατότητα αυτόνομης ή ημι-αυτόνομης λειτουργίας μέσω δορυφορικής ζεύξης. Εξήγησε ότι ο έλεγχος δεν είναι απαραίτητα συνεχής σε πραγματικό χρόνο, αλλά γίνεται μέσω προγραμματισμού με δυνατότητα επιτήρησης. Σε περίπτωση απώλειας σύνδεσης, όπως πιθανόν συνέβη στη Λευκάδα, το σύστημα μπορεί να συνεχίσει να κινείται ανεξέλεγκτα. Τέλος, σημείωσε ότι αυτά τα μη επανδρωμένα σκάφη μπορούν να έχουν αυτονομία ωρών και να ελέγχονται από μεγάλες αποστάσεις μέσω δορυφορικών συστημάτων.
Ταυτόχρονα, κόμματα της αντιπολίτευσης ζήτησαν εξηγήσεις από την κυβέρνηση. Το ΚΚΕ, μέσω του γραφείου Τύπου του, αναφέρει: «Έχει η κυβέρνηση συμφωνήσει πίσω από κλειστές πόρτες να παραχωρήσει στην ευρωατλαντική σύμμαχο Ουκρανία την ελληνική επικράτεια για τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων». Η Ελληνική Λύση σχολίασε ότι πρόκειται για «αδιανόητη πολεμική πρόκληση που δεν πρέπει να μείνει αναπάντητη». Το κόμμα «Νίκη» δήλωσε ότι «προκύπτει μείζον ζήτημα για το αν η ελληνική πλευρά είχε γνώση ή παρακολούθηση μιας τέτοιας δραστηριότητας».
