Ταχιάος: Δεν αναβάλλεται η επανεκκίνηση του μετροπόντικα στην Κυψέλη – «Επείγει για τεχνικούς λόγους»
Ο υφυπουργός Υποδομών Νίκος Ταχιάος ξεκαθάρισε ότι δεν αναβάλλεται η επανεκκίνηση του μετροπόντικα στην Κυψέλη – Η ευθύνη για τις αποκαταστάσεις βαρύνει την ανάδοχο κοινοπραξία
Ο υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών Νίκος Ταχιάος διέψευσε κατηγορηματικά τα σενάρια περί αναβολής της επανεκκίνησης του μετροπόντικα της Γραμμής 4 του Μετρό στην Κυψέλη. Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Meganews, τόνισε ότι ο στόχος είναι το μηχάνημα να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατόν. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι αυτοψίες έγιναν σε 35 κτίρια, ενώ για 14 κρίθηκε αναγκαία πραγματογνωμοσύνη από το ΤΕΕ. Η ευθύνη για τις αποκαταστάσεις βαρύνει την ανάδοχο κοινοπραξία, ξεκαθάρισε.
Ο κ. Ταχιάος απάντησε σε δημοσίευμα που ανέφερε μετάθεση των εργασιών για μετά τις εκλογές. «Όχι, δεν έχει καμία βάση αυτό», δήλωσε χαρακτηριστικά. Διευκρίνισε ότι δεν μπορεί να δοθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αυτή τη στιγμή. Ο λόγος είναι ότι οι απαραίτητες μελέτες βρίσκονται σε εξέλιξη. «Ο στόχος είναι να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατόν, με απόλυτη ασφάλεια για τους κατοίκους και για τις κατασκευές», υπογράμμισε.
Τεχνικά προβλήματα από την ακινησία
Ο υφυπουργός εξήγησε ότι η παρατεταμένη ακινησία του μετροπόντικα δημιουργεί τεχνικά προβλήματα στο ίδιο το μηχάνημα. «Επείγει να ξεκινήσει ο μετροπόντικας και για τεχνικούς λόγους», ανέφερε. Τα κοπτικά δεν μπορούν να μείνουν επ’ αόριστον ακίνητα. Αν πετρώσει η κεφαλή, η επανεκκίνηση θα είναι πάρα πολύ δύσκολη. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επανεκκίνηση αποτελεί κοινό ζητούμενο για το Δημόσιο, την Ελληνικό Μετρό και την ανάδοχο κοινοπραξία. Ωστόσο, πρώτη προτεραιότητα παραμένει η ασφάλεια των κατοίκων και των περιουσιών τους.
Τρεις κατηγορίες κτιρίων
Ο κ. Ταχιάος διέκρινε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις για τα κτίρια που εμφάνισαν προβλήματα. Η πρώτη αφορά κτίρια πάνω από την ήδη κατασκευασμένη σήραγγα. Εκεί δεν καταγράφονται πλέον καθιζήσεις. Οι αποκαταστάσεις μπορούν να ξεκινήσουν μετά την ολοκλήρωση των μελετών. Αποτελούν υποχρέωση της αναδόχου κοινοπραξίας.
Η δεύτερη περίπτωση αφορά κτίρια πάνω από το σημείο όπου είναι σήμερα ακινητοποιημένος ο μετροπόντικας. Αυτά παραμένουν στη ζώνη επιρροής του. Εκπονείται μελέτη τρωτότητας. Πριν από την επανεκκίνηση θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας. Στόχος είναι να μην υπάρξουν νέα προβλήματα.
Το τρίτο ζήτημα αφορά τη συνέχιση της διάνοιξης. Πρέπει να διασφαλιστεί ότι δεν θα προκληθούν προβλήματα στα κτίρια που βρίσκονται στη συνέχεια της χάραξης της Γραμμής 4.
Οι αυτοψίες και οι πραγματογνωμοσύνες
Ο υφυπουργός έδωσε στοιχεία για την έκταση των ελέγχων. Αυτοψίες πραγματοποιήθηκαν συνολικά σε 35 κτίρια. Πρόκειται για όσα βρίσκονταν στη ζώνη που ελέγχθηκε. Σε 14 από αυτά κρίθηκε αναγκαίο να πραγματοποιηθεί πραγματογνωμοσύνη από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. «Δεν έχουν 35 κτίρια πρόβλημα. Οι υπόλοιποι αριθμοί που ακούγονται έχουν στοιχεία αυθαιρεσίας», σημείωσε.
Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των ενοίκων, ανέφερε ότι δεν συντρέχει λόγος εκκένωσης κάποιου κτιρίου. Αυτό προκύπτει από τις εκτιμήσεις των μηχανικών. Παράλληλα, αναγνώρισε ως απολύτως δικαιολογημένη την ανησυχία των κατοίκων. «Οι ανησυχίες των κατοίκων είναι απολύτως κατανοητές. Κανείς δεν θέλει να έχει σπίτι με ρωγμές», είπε.
Τι προκάλεσε τις καθιζήσεις
Ως γενεσιουργό αιτία των καθιζήσεων, ο κ. Ταχιάος ανέφερε την πτώση της πίεσης με την οποία ο μετροπόντικας ισοστάθμιζε την εδαφική πίεση. Το εάν αυτή η πτώση προκλήθηκε από αντικειμενικές συνθήκες ή από κάποιο σφάλμα δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί. Αποτελεί συμβατικό ζήτημα μεταξύ της Ελληνικό Μετρό και της αναδόχου κοινοπραξίας. «Είναι κάτι το οποίο υποθέτω ότι στο μέλλον θα αποτελέσει και ένα αντικείμενο που θα χρειαστεί εκατέρωθεν συζήτηση, ίσως να αποτελέσει αντικείμενο διαφοράς», ανέφερε.
Η ευθύνη της αναδόχου
Ο υφυπουργός ήταν κατηγορηματικός ως προς την ευθύνη για την αποκατάσταση των ζημιών. Αυτή βαρύνει την ανάδοχο κοινοπραξία. «Εμείς, και Υπουργείο και Ελληνικό Μετρό, είμαστε από την πλευρά των κατοίκων», δήλωσε. «Δεν θα επιτρέψουμε καμία έκπτωση στις υποχρεώσεις της, όπως αυτές απορρέουν από τη σύμβαση». Και κατέληξε: «Η ανάδοχος κοινοπραξία θα πληρώσει ό,τι χρειαστεί να πληρώσει. Μου είναι απολύτως αδιάφορο αν θα είναι δέκα χιλιάδες ευρώ ή δέκα εκατομμύρια ευρώ».
