Ο σεισμολόγος Γεράσιμος Παπαδόπουλος εκτίμησε ότι ο Κορινθιακός Κόλπος βρίσκεται σε περίοδο αυξημένης επικινδυνότητας για την εκδήλωση ισχυρού σεισμού, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του. Ο ίδιος ανέφερε ότι έχει ξεκινήσει μια «αντίστροφη μέτρηση» για την περιοχή αυτή, η οποία πριν από 45 χρόνια είχε προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές στην Αθήνα. Μάλιστα, υπογράμμισε ότι ένας τέτοιος σεισμός δεν αποκλείεται να συμβεί εντός των επόμενων τριών ετών.
Η γεωμορφολογία και το τεκτονικό υπόβαθρο του Κορινθιακού Κόλπου αποτελούν διαχρονικά πηγή ανησυχίας για την επιστημονική κοινότητα. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από συνεχή γεωφυσική εγρήγορση και βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το πολυπληθές Λεκανοπέδιο της Αθήνας. Οι σεισμολόγοι γνωρίζουν πως σε περιοχές που παραμένουν σεισμικά ήσυχες για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι θεωρητικά προβλέψιμη η διέγερση περιφερειακών ζωνών πριν από την εκδήλωση μεγάλων σεισμών. Για τον λόγο αυτό, το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο έχει εγκαταστήσει ειδικούς μετρητικούς σταθμούς και διεξάγει ερευνητικά προγράμματα στην ευρύτερη περιοχή.
Προηγούμενα σεισμικά γεγονότα, όπως ο σεισμός μεγέθους 5,3 Ρίχτερ στο Γαλαξίδι στις 7 Ιανουαρίου 2018, καθώς και αυτός μεγέθους 4,7 Ρίχτερ στον Κορινθιακό Κόλπο την τελευταία ημέρα του 2017, αποτελούν σημεία αναφοράς για τις σεισμολογικές θεωρίες.
Ο ανατολικός Κορινθιακός Κόλπος προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό στους επιστήμονες λόγω της παρουσίας μεγάλων ρηγμάτων. Σε αυτή την περιοχή βρίσκονται και οι Αλκυονίδες, οι οποίες ευθύνονται για τους τρεις καταστροφικούς σεισμούς του 1981, που τράνταξαν την Αθήνα. Το γεγονός ότι έκτοτε δεν έχει σημειωθεί κάποιο σοβαρό σεισμικό συμβάν στην εν λόγω ζώνη, εντείνει την ανησυχία.
Το νησιωτικό σύμπλεγμα των Αλκυονίδων, που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του Κορινθιακού Κόλπου (κόλπος του Λειβαδάστρου), απέναντι από το ακρωτήριο Ολμιών, περιλαμβάνει τη Ζωοδόχο Πηγή, το Δασκαλειό, το Γλαρονήσι και το Πρασονήσι. Ο Κορινθιακός Κόλπος φημίζεται για την υψηλότερη παραμόρφωση του φλοιού της Γης σε όλη την Ελλάδα, με τη βόρεια και τη νότια ακτή να απομακρύνονται μεταξύ τους με ρυθμό έως 15 χιλιοστά ετησίως. Ο σεισμολόγος Άκης Τσελέντης έχει εκφράσει εδώ και χρόνια τον πιθανό κίνδυνο στις Αλκυονίδες, ενώ άλλοι επιστήμονες εκτιμούν ότι αν επαναληφθεί ένας σεισμός ανάλογος με αυτούς του 1981, πολλά κτίρια δεν θα αντέξουν.
Οι σεισμοί των Αλκυονίδων το 1981 αποτέλεσαν μια ακολουθία τριών κύριων σεισμών, οι οποίοι συνέβησαν μεταξύ 24 Φεβρουαρίου και 4 Μαρτίου του ίδιου έτους. Ο πρώτος σεισμός, μεγέθους 6,7 Ρίχτερ, σημειώθηκε το βράδυ της 24ης Φεβρουαρίου, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές σε Λουτράκι, Περαχώρα, Αγίους Θεοδώρους, Κινέτα, Μέγαρα, Νέα Πέραμο, Ελευσίνα, Μάνδρα και Ασπρόπυργο. Ακολούθησε δεύτερος σεισμός μεγέθους 6,4 Ρίχτερ, μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 25ης Φεβρουαρίου, επιδεινώνοντας τις ζημιές στα ήδη πληγέντα κτίρια. Οι συνέπειες ήταν τραγικές, με το 10% των σπιτιών στα Μέγαρα να καθίστανται ακατοίκητα και εκτεταμένες ζημιές σε Κόρινθο και Λουτράκι, όπου κατέρρευσαν δύο ξενοδοχεία, ευτυχώς άδεια λόγω της εποχής. Στις 4 Μαρτίου σημειώθηκε και τρίτος σεισμός, μεγέθους 6,3 Ρίχτερ, με τις μεγαλύτερες ζημιές να καταγράφονται στην Ανθούπολη Περιστερίου. Οι μετασεισμοί της ακολουθίας αυτής συνεχίστηκαν για μεγάλο διάστημα, έως και τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1981.
Εκτός από τους σεισμούς, ο Κορινθιακός Κόλπος ενέχει και τον κίνδυνο δημιουργίας παλιρροϊκών κυμάτων (τσουνάμι), με ύψος από τρία έως πέντε μέτρα. Κατά τη δεκαετία του 1960, συγκεκριμένα το 1963 και το 1965, εκδηλώθηκαν τσουνάμι με ύψος πέντε και τρία μέτρα αντίστοιχα, πλήττοντας το Αίγιο και την Ερατεινή. Στο απώτερο παρελθόν, τον Μάιο του 1748, το Αίγιο επλήγη από παλιρροϊκό κύμα ύψους περίπου 10 μέτρων.
Σύμφωνα με επιστημονικές δηλώσεις, «ο Κορινθιακός είναι μία από τις πιο σεισμογενείς περιοχές της Ελλάδας. Η σεισμογόνος ζώνη του έχει μήκος 130 χλμ., πλάτος 30 χλμ. και βάθος 850 μέτρα. Τα γεγονότα τσουνάμι που έχουν σημειωθεί στην περιοχή έχουν σχέση κατά κύριο λόγο με τις υποθαλάσσιες κατολισθήσεις, οι οποίες συμβαίνουν κυρίως λόγω σεισμών». Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν ότι κατά τον περασμένο αιώνα, επτά τσουνάμι επηρέασαν παράκτιες περιοχές του Κορινθιακού, με το ύψος των κυμάτων να φτάνει τα 5 μέτρα. Συνολικά, από τους ιστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα, η Ελλάδα έχει υποστεί τις καταστροφικές συνέπειες περισσότερων από 160 τσουνάμι τα τελευταία 3.500 χρόνια.
