Ο εισαγγελέας εισηγήθηκε αθώωση αστυνομικών για βιασμό λόγω αμφιβολιών
Ο εισαγγελέας της έδρας του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας εισηγήθηκε την αθώωση λόγω αμφιβολιών των αστυνομικών που κατηγορούνται στην υπόθεση βιασμού 19χρονης εντός του Α.Τ. Ομόνοιας, η οποία φέρεται να έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2022. Ο εισαγγελικός λειτουργός, ωστόσο, στηλίτευσε τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, υπογραμμίζοντας ότι επέδειξαν πειθαρχικά ελεγκτέα συμπεριφορά, εκθέτοντας την υπηρεσία τους.

Στο εδώλιο κάθονται τρεις αστυνομικοί. Οι δύο αντιμετωπίζουν το αδίκημα του ομαδικού βιασμού, ενώ ο τρίτος κατηγορείται για συνέργεια σε βιασμό. Ένας εκ των κατηγορουμένων φέρεται επιπλέον να κατέγραψε τις πράξεις με κάμερα.
Αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, ο εισαγγελέας ζήτησε την απαλλαγή και των τριών αστυνομικών από τις κατηγορίες που αφορούν τον βιασμό και τη συνέργεια σε αυτόν, λόγω αμφιβολιών.
Παράλληλα, ο εισαγγελέας ήταν καταδικαστικός για τον δεύτερο κατηγορούμενο, ζητώντας να κηρυχθεί ένοχος για παραβίαση προσωπικών δεδομένων, καθώς βιντεοσκοπούσε τα όσα συνέβησαν στα αποδυτήρια του Α.Τ. Ομόνοιας.
Στηριζόμενος στα στοιχεία της δικογραφίας και όσα προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας εξέφρασε την άποψη πως υπήρχαν σοβαρά κενά και αντιφάσεις στην κατάθεση της καταγγέλλουσας. Για τον λόγο αυτό, τόνισε ότι δεν μπορεί να οδηγηθεί στο συμπέρασμα της μη συναίνεσης κατά τη σεξουαλική συνεύρεση με τους δύο αστυνομικούς. Υποστήριξε ότι η μεταβολή της βούλησης της καταγγέλλουσας μετά την πράξη δεν συνιστά άρση της συναίνεσης. «Η συμπεριφορά της καταγγέλλουσας δεν συνάδει με εκείνη ενός ατόμου φοβισμένου που έχει υποστεί βία. Δεν προέκυψε κάποια δυσφορία ή άρνηση, δεν είπε «όχι», δεν έδειξε άρνηση. Δεν έφυγε από το δωμάτιο ακόμα και όταν ήταν μόνη της, παρότι η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και ξεκλείδωτη. Δεν φώναξε σε βοήθεια. Θα μπορούσε να βγει και να ζητήσει βοήθεια στο γραφείο ενδοοικογενειακής βίας που βρισκόταν δίπλα», σημείωσε ο εισαγγελέας.
Η πρόταση του εισαγγελέα προκάλεσε αντιδράσεις από το κοινό που βρισκόταν στην δικαστική αίθουσα. Ο ίδιος απάντησε: «Δεν είμαστε εδώ για να δικάσουμε το ήθος και τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, δεν είμαστε δικαστήριο ήθους. Αυτό κρίθηκε στα πειθαρχικά. Για να καταδικάσουμε θέλουμε πλήρη απόδειξη. Αποδείχθηκε η τέλεση της σεξουαλικής πράξης, αλλά δεν αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε συναίνεση».
Πάντως, ο εισαγγελέας επανέλαβε τη στήλιτευση της συμπεριφοράς των δύο αστυνομικών που κατηγορούνται για ομαδικό βιασμό, θέτοντας το ζήτημα των πειθαρχικών τους ευθυνών ανεξάρτητα από τη μη στοιχειοθέτηση της ποινικής διάστασης της συμπεριφοράς που τους οδήγησε στο εδώλιο.
«Φέρθηκαν αναξιοπρεπώς, όσα έκαναν είναι κατακριτέα και δεν υπάρχει κανένας αστερίσκος σε όλα αυτά. Εξέθεσαν και απαξίωσαν την υπηρεσία, ευτέλισαν και δεν σεβάστηκαν ούτε τον εαυτό τους. Και συναινετικές να ήταν οι επαφές, θα όφειλαν να προστατεύσουν την κοπέλα και να διαφυλάξουν το κύρος της υπηρεσίας. Έχουν υποπέσει σε βαριά πειθαρχικά παραπτώματα, όμως παρά την ηθική απαξία, σε επίπεδο ποινικής ευθύνης τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα», ανέφερε σε αυστηρό τόνο ο εισαγγελέας.
Η δίκη συνεχίζεται με τις αγορεύσεις των συνηγόρων.

