Ο 43χρονος Σκοπιανός ομολόγησε τη δολοφονία της Σταυρούλας Λεβεντάκη
Αποκαλύψεις αναφορικά με τη δολοφονία της Σταυρούλας Λεβεντάκη στα Χανιά προκύπτουν από την κατάθεση του 43χρονου Σκοπιανού, ο οποίος ομολόγησε το έγκλημα. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι χτύπησε τη 45χρονη στο κεφάλι και, όταν εκείνη ανέκτησε τις αισθήσεις της και ζήτησε βοήθεια, τη μαχαίρωσε κοντά στην καρδιά.

Ο 43χρονος περιέγραψε στους αστυνομικούς τις λεπτομέρειες του περιστατικού στο διαμέρισμα των Χανίων. Σύμφωνα με την ομολογία του, η δολοφονία συνέβη μετά από έντονο καβγά. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με το θύμα από τον Οκτώβριο του 2022 και πως συνεχείς παρατηρήσεις της για την κατάσταση του σπιτιού οδήγησαν σε σύγκρουση.
Επιπλέον, ο δράστης ανέφερε πως επιθυμούσε να τερματίσει τη σχέση, αλλά η Σταυρούλα Λεβεντάκη δεν το δεχόταν και τον απειλούσε με αποκάλυψη στη σύζυγό του. Περιέγραψε ότι γνωρίστηκαν το καλοκαίρι του 2022, όταν εκείνος και η γυναίκα του νοίκιασαν το σπίτι της στα Χανιά.
Σε άλλο σημείο της κατάθεσης, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η 45χρονη εκδήλωνε ζήλια και προσπαθούσε να τον προσεγγίσει ερωτικά, παρά τις αντιρρήσεις του. Ανέφερε ότι είχαν διαφωνήσει επανειλημμένα για ασήμαντους λόγους.
Όπως δήλωσε, από ένα σημείο το 2025, η Σταυρούλα άρχισε να του μιλάει με διαφορετικό τρόπο, εκφράζοντας ζήλια, και κατάλαβε ότι επιθυμούσε την εξέλιξη της σχέσης τους σε ερωτική, ενώ εκείνος είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν την έβλεπε ερωτικά. Αναφέρθηκε σε περιστατικά όπου εκείνη προσπαθούσε να τον αγγίξει ερωτικά, τα οποία εκείνος απέφευγε.
Σύμφωνα με την ομολογία του, στις 30 Μαΐου 2026, η Σταυρούλα Λεβεντάκη επισκέφθηκε το σπίτι του για επιθεώρηση. Ακολούθησε καβγάς ο οποίος, όπως περιέγραψε, οδήγησε σε τραγωδία. Ο 43χρονος υποστήριξε ότι μετά από κατανάλωση αλκοόλ, η γυναίκα τον πλησίασε ερωτικά, εκείνος αντέδρασε, και η ένταση οδήγησε σε βίαιη συμπλοκή. Όταν την χτύπησε με μπουκάλι και θεώρησε πως είχε αποβιώσει, εκείνη άρχισε να φωνάζει. Τότε, όπως είπε, την μαχαίρωσε στην καρδιά.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, τη χτύπησε ξανά με ένα κούτσουρο. Ακολούθως, επιχείρησε να σκηνοθετήσει ληστεία, αφαιρώντας χρήματα από τον λογαριασμό της μέσω ΑΤΜ και μεταφέροντας τη σορό της στο χωράφι του στον Βατόλακκο, όπου την έθαψε.
Η 45χρονη εθεάθη για τελευταία φορά στις 30 Μαΐου 2026, όταν αναχώρησε από το πατρικό της στο Βαρύπετρο Χανίων με κατεύθυνση το σπίτι του 43χρονου. Έκτοτε, τα ίχνη της χάθηκαν. Το κινητό της τηλέφωνο σταμάτησε να εκπέμπει σήμα στην περιοχή της Αγιάς και δεν επικοινώνησε εκ νέου με κανέναν.
Οι αρχές εστίασαν στον ενοικιαστή της, καθώς ήταν το τελευταίο άτομο που την είδε εν ζωή. Ο ίδιος κατέθεσε επανειλημμένα πως η γυναίκα είχε φύγει από το σπίτι του, ωστόσο τα ευρήματα των ερευνών τον διέψευσαν.
Κατά τη διάρκεια των ερευνών εντοπίστηκαν στο σπίτι και στο χωράφι του δενδρύλλια κάνναβης και ίχνη αίματος, τα οποία ταυτοποιήθηκαν με DNA της Σταυρούλας Λεβεντάκη. Ο 43χρονος συνελήφθη αρχικά για υποθέσεις ναρκωτικών, αλλά παρέμεινε βασικός ύποπτος για τη δολοφονία, μια υπόθεση που απασχολεί τις αρχές στην Ελλάδα.
Αργότερα, όταν του παρουσιάστηκαν στοιχεία για τις τραπεζικές κινήσεις της 45χρονης, παραδέχθηκε ότι είχε χρησιμοποιήσει τις κάρτες της για αναλήψεις χρημάτων, σε μια προσπάθεια παραπλάνησης των αρχών. Τελικά, ενώπιον του ανακριτή, ομολόγησε τη δολοφονία, περιγράφοντας λεπτομερώς πώς τραυμάτισε θανάσιμα τη γυναίκα και έκρυψε το σώμα της.
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν είχε σχεδιάσει την πράξη του και πως το έγκλημα προέκυψε ύστερα από καυγά που αφορούσε το σπίτι που νοίκιαζε στα Χανιά.
