Εθνικό απολυτήριο: Πώς μπορεί να αλλάξει η εισαγωγή στα ΑΕΙ, τα σενάρια που επεξεργάζεται η Επιτροπή Σοφών
Σε Ενδιάμεση Έκθεση Πορισμάτων έχει προχωρήσει η Επιτροπή Σοφών, της οποίας προΐσταται ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Καθηγητής Μιχάλης Σφακιανάκης, στο πλαίσιο του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία.
Κρίσιμος σταθμός της συζήτησης για το Εθνικό απολυτήριο είναι ο τρόπος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μέχρι στιγμής, τα 106 μέλη της Επιτροπής δεν έχουν καταλήξει σε μία οριστική πρόταση αλλά καταγράφουν διαφορετικές θεσμικές διαδρομές ενώ αφήνουν ανοιχτά αρκετά από τα σημαντικά τεχνικά ζητήματα, όπως το αν και πόσο θα μετρά ο βαθμός του Εθνικού απολυτηρίου στην κατάταξη των υποψηφίων, ποιες τάξεις του Λυκείου θα συνυπολογίζονται, ποιος θα είναι ο ρόλος των εθνικών εξετάσεων και πώς θα εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα των βαθμών μεταξύ διαφορετικών σχολείων.
Κατά συνέπεια, το σημερινό τοπίο βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση. Υπενθυμίζεται, ότι η υπουργός Παιδείας έχει δηλώσει ότι οι υφιστάμενες Πανελλαδικές θα συνεχίσουν να εφαρμόζονται μέχρι να διαμορφωθεί και να συμφωνηθεί ένα νέο αξιόπιστο, διαφανές και δίκαιο σύστημα. Ως πρώτος ορίζοντας εφαρμογής του νέου μοντέλου έχει τεθεί το σχολικό έτος 2027-2028, με την προϋπόθεση ότι θα έχουν δημιουργηθεί οι απαραίτητες εκπαιδευτικές και εξεταστικές υποδομές.
Τρεις διαφορετικές διαδρομές προς το πανεπιστήμιο Η Επιτροπή Διαλόγου διαχωρίζει δύο λειτουργίες που μέχρι σήμερα είναι στενά συνδεδεμένες: την πιστοποίηση ότι ένας μαθητής ολοκλήρωσε επιτυχώς το Λύκειο και την ανταγωνιστική διαδικασία επιλογής εκείνων που θα καταλάβουν τις διαθέσιμες θέσεις στα ΑΕΙ.
Αυτός ο διαχωρισμός οδηγεί σε τρεις βασικές θεσμικές επιλογές:
Πρώτη, το σχολείο δίνει το απολυτήριο και οι εθνικές εξετάσεις οδηγούν στα ΑΕΙ. Βάσει αυτής της εκδοχής, το Εθνικό απολυτήριο θα μπορούσε να διαμορφώνεται κυρίως μέσα από την αξιολόγηση της σχολικής πορείας του μαθητή. Η απόκτηση του απολυτηρίου και η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο θα αποτελούν, επομένως, δύο διακριτές διαδικασίες.
Ο μαθητής θα ολοκληρώνει το Λύκειο και θα πιστοποιεί την εκπαιδευτική του επάρκεια μέσω του Εθνικού Απολυτηρίου, ενώ για τη διεκδίκηση μιας θέσης στα ΑΕΙ θα συμμετέχει σε ξεχωριστές κεντρικά οργανωμένες εθνικές εξετάσεις. Ο προβληματισμός που παραμένει, ωστόσο, σύμφωνα με μέλη της Επιτροπής, είναι το εάν η σχολική επίδοση δεν συνδέεται ουσιαστικά με την πρόσβαση στα ΑΕΙ, πόσο ισχυρό θα είναι το κίνητρο για τον μαθητή να αντιμετωπίζει το Εθνικό Απολυτήριο ως πραγματική εκπαιδευτική πιστοποίηση και όχι απλώς ως έναν τίτλο αποφοίτησης. Η έκθεση επισημαίνει παράλληλα ότι, σε ένα σύστημα με ισχυρότερη συμμετοχή της ενδοσχολικής αξιολόγησης, θα χρειάζονται εγγυήσεις για τη συγκρισιμότητα των βαθμών μεταξύ σχολείων.
Στο δεύτερο σενάριο, που συζητείται, προτείνονται δύο εθνικές εξετάσεις: μία για το απολυτήριο και μία για τα ΑΕΙ. Ειδικότερα, ο μαθητής θα μπορούσε να δίνει εθνικές εξετάσεις για την απόκτηση του Εθνικού Απολυτηρίου και στη συνέχεια να συμμετέχει σε ξεχωριστές εξετάσεις προσανατολισμού ή εξειδίκευσης για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα διπλό εξεταστικό σύστημα.
«Η λογική είναι ότι η εξέταση που πιστοποιεί πως κάποιος ολοκλήρωσε το Λύκειο δεν είναι κατ’ ανάγκη ίδια με την εξέταση που πρέπει να επιλέξει, μέσα σε έναν συγκεκριμένο αριθμό υποψηφίων, εκείνους που θα εισαχθούν σε ένα τμήμα», αναφέρουν εκπαιδευτικοί που συμμετέχουν στη διαδικασία. Και σε αυτή τη λύση, όμως, ο κίνδυνος αύξησης του εξεταστικού φόρτου είναι προφανής, καθώς ο μαθητής καλείται να ανταποκριθεί σε δύο διαφορετικές εθνικές εξεταστικές διαδικασίες, οπότε η μεταρρύθμιση θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερες εξετάσεις αντί για λιγότερες.
Σύμφωνα με την τρίτη λύση, που προτείνεται, θα υπάρχει μία εθνική διαδικασία με δύο λειτουργίες. Δηλαδή, μπορεί να υπάρχει μία κοινή εθνική εξεταστική διαδικασία, η οποία θα λειτουργεί ταυτόχρονα για την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης του Λυκείου και για την κατάταξη των υποψηφίων στα ΑΕΙ. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι βαθμοί θα έχουν υποχρεωτικά την ίδια λειτουργία. Η πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα να υπάρχουν διαφορετικά όρια επάρκειας και διαφορετικός τρόπος υπολογισμού για τις δύο λειτουργίες: άλλο κριτήριο για το αν ένας μαθητής αποκτά το Απολυτήριο και άλλο για τη συγκριτική κατάταξη που απαιτείται για την εισαγωγή σε ένα πανεπιστημιακό τμήμα. Βασικό πλεονέκτημα αυτού του συστήματος, είναι ο περιορισμός του αριθμού των διαφορετικών εξετάσεων.
Θα μετρά ο βαθμός του απολυτηρίου για το πανεπιστήμιο; Στην Ενδιάμεση Έκθεση δεν γίνεται ακόμη σαφές αν ο βαθμός του Εθνικού απολυτηρίου θα συμμετέχει στην κατάταξη για τα ΑΕΙ και, εφόσον συμμετέχει, με ποια βαρύτητα. Ανοιχτό παραμένει επίσης αν θα υπολογίζεται μόνο η Γ΄ Λυκείου ή και η Β΄ Λυκείου. Σε αντίθεση με το υφιστάμενο σύστημα, στο υπό συζήτηση μοντέλο, θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία η συνολική εκπαιδευτική διαδρομή του μαθητή. Εάν, όμως, ένας βαθμός σχολείου επηρεάζει την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο, πρέπει να είναι συγκρίσιμος με τον βαθμό ενός άλλου σχολείου. Η Επιτροπή θέτει επομένως ως βασικό ανοιχτό θέμα τις δικλείδες εξωτερικής αξιολόγησης και συγκρισιμότητας.
Θα μετρά η Α΄ Λυκείου; Το εάν θα μετρά και η βαθμολογική επίδοση της Α’ Λυκείου, είναι κάτι που παραμένει ανοικτό. Η υπουργός Παιδείας έχει αναφέρει ότι εξετάζεται εάν στον βαθμό που θα συνδέεται με το Εθνικό Απολυτήριο θα συμμετέχει και η Α΄ Λυκείου ή εάν το βάρος θα περιοριστεί στη Β΄ και Γ΄ Λυκείου.

