Εντοπίστηκε το άψυχο σώμα του 34χρονου που χάθηκε σε κατάδυση στο «Πηγάδι του Διαβόλου»

Εντοπίστηκε το άψυχο σώμα του 34χρονου που χάθηκε σε κατάδυση στο «Πηγάδι του Διαβόλου»

Εντοπίστηκε, σύμφωνα με πληροφορίες μέσα σε κοιλότητα της υποβρύχιας σπηλιάς όπου είχε καταδυθεί, το άψυχο σώμα του 34χρονου πιλότου που είχε χαθεί το μεσημέρι της Κυριακής, στο αποκαλούμενο «Πηγάδι του Διαβόλου» στα Λιμανάκια Βουλιαγμένης.

σχετικά άρθρα

Το σώμα εντοπίστηκε σε ένα σημείο από το οποίο δεν ήταν εύκολο να το τραβήξει στην επιφάνεια η ειδική ομάδα των σπηλαιοδυτών που επιχειρούσε, καθώς τα ρεύματα ήταν πολύ έντονα. Ως εκ τούτου, συναποφασίστηκε να επιχειρηθεί αύριο ο απεγκλωβισμός από το σημείο που έχει βρεθεί σφηνωμένο και η ανάσυρσή του στην επιφάνεια. Το σπήλαιο φτάνει σε βάθος περίπου τα 30 μέτρα.

Ο 34χρονος, ο οποίος ήταν έμπειρος δύτης, είχε πάει για κατάδυση με φίλο του στο σημείο. Ο φίλος του ήταν αυτός που έχασε τα ίχνη του 34χρονου και ενημέρωσε τις Αρχές. Από την Κυριακή, δύτες της Μονάδας Υποβρυχίων Αποστολών, καθώς και εξειδικευμένοι σπηλαιολόγοι πραγματοποίησαν έρευνες.

Οι αρχές αρχικά εντόπισαν τη θαλάσσια σήραγγα όπου είχε εγκλωβιστεί και δεν κατάφερε να εξέλθει. Οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς συνδυάζονταν μεγάλο βάθος και ισχυρά θαλάσσια ρεύματα. Σύμφωνα με την Ελληνική Ομάδα Διάσωσης, ο αγνοούμενος διέθετε ειδικό εξοπλισμό που του παρείχε επιπλέον οξυγόνο για περίπου 3 έως 5 ώρες, καθώς και υποβρύχιο σκούτερ για ευκολότερη μετακίνηση κάτω από το νερό.

Το «Πηγάδι του Διαβόλου» είναι ένα δαιδαλώδες υποβρύχιο σπήλαιο με ισχυρά υπόγεια ρεύματα, παρά το γεγονός ότι απέχει λίγα μόλις μέτρα από την ακτή. Η είσοδός του εντοπίζεται περίπου στα 10 με 12 μέτρα βάθος και κατεβαίνει σχεδόν κάθετα μέχρι τα 30 μέτρα, δημιουργώντας την αίσθηση ενός σκοτεινού, με βάθος, ανοίγματος μέσα στη θάλασσα.

Η περιοχή έχει συνδεθεί και με την τραγωδία του 1978, όταν τρεις Αμερικανοί – δύο στρατιωτικοί και μια νεαρή γυναίκα – επιχείρησαν να εξερευνήσουν το υποθαλάσσιο τούνελ και έχασαν τη ζωή τους. Παρέμειναν αγνοούμενοι για δεκαετίες, με τα οστά τους να ταυτοποιούνται οριστικά το 2007.