Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος για την ανάσυρση της δικογραφίας σχετικά με την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών από το αρχείο. Η απόφαση αυτή ελήφθη παρά το γεγονός ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας είχε ζητήσει την έναρξη έρευνας για το αδίκημα της κατασκοπείας, καθώς και τη διενέργεια έρευνας για εννέα νέα πρόσωπα, αναφορικά με συνέργεια σε πράξεις ήδη καταδικασμένων επιχειρηματιών.
Επί της ουσίας, κρίθηκε ότι οι ενέργειες που είχαν προηγηθεί σε προηγούμενο στάδιο είχαν διερευνήσει επαρκώς όλα τα ζητήματα. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος για τη διενέργεια νέου κύκλου ερευνών, ο οποίος θα περιελάμβανε κλήση μαρτύρων, συγκέντρωση επιπρόσθετων εγγράφων και κλήση σε παροχή εξηγήσεων τυχόν υπόπτων.
Συγκεκριμένα, με ανακοίνωση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου αναφέρεται ότι: Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την από 27-04-2026 Πράξη του, η οποία εκδόθηκε επί της υπόθεσης των υποκλοπών που του υποβλήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τυχόν δικές του ενέργειες κατά το άρθρο 43 παρ. 6 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης. Αναλυτικότερα, τα στοιχεία των οποίων έγινε επίκληση από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατά την κρίση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν συνιστούν νέα στοιχεία κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, ικανά να δικαιολογήσουν την ανάσυρση της δικογραφίας από το Αρχείο. Συνεπώς, τα συμπεράσματα των πορισμάτων του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση δεν ανατρέπονται.
