Ανακριτής εξετάζει τον 65χρονο για το διπλό φονικό Αιγιαλείας
Ο ίδιος επιμένει στην αθωότητά του, εν αναμονή των αποτελεσμάτων κρίσιμων εξετάσεων. Συγγενείς και φίλοι των θυμάτων εκφράζουν την πεποίθηση ότι το κίνητρο ήταν οικονομικό.
Ο 65χρονος Ιταλός, κατηγορούμενος για το διπλό φονικό στη μονοκατοικία του Λόγγου Αιγιαλείας, πρόκειται να οδηγηθεί εκ νέου ενώπιον του ανακριτή. Σύμφωνα με τις αναφορές τους, ο 65χρονος επιδίωκε την επιστροφή χρημάτων που είχε επενδύσει για την ανακαίνιση της οικίας στο Αίγιο, η οποία ήταν καταχωρισμένη στο όνομα του 26χρονου θύματος, Ολύμπιου. Επίσης, φέρεται να ανησυχούσε ότι η σύντροφός του θα ακολουθούσε τον γιο της στη Γερμανία. Προηγουμένως, η μητέρα είχε πωλήσει ένα χωράφι, αξίας 52.000 ευρώ, έναντι 15.000 ευρώ, με τα χρήματα να καταλήγουν στον τραπεζικό λογαριασμό του 26χρονου, γεγονός που είχε προκαλέσει την αντίδραση του κατηγορουμένου. Οι τριβές εντός της οικογένειας ήταν γνωστές σε στενούς συγγενείς και φίλους.
Στην εξέλιξη των ερευνών, ένα κρίσιμο στοιχείο αποτελεί το όπλο που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος. Οι αστυνομικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο Ιταλός κατηγορούμενος είχε επισκευάσει το όπλο, καθιστώντας το λειτουργικό. Η θανούσα μητέρα έφερε σοβαρά αμυντικά τραύματα στα χέρια της, ενώ αναμένεται ο εντοπισμός γενετικού υλικού στα νύχια της να επιβεβαιώσει ότι πάλεψε με τον δράστη. Τα αποτελέσματα αυτά θεωρούνται καθοριστικά για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Κατά την κράτησή του, ο 65χρονος είχε αναφέρει ότι πιθανόν η σύντροφός του και ο γιος της αλληλοεξοντώθηκαν ενώ ο ίδιος κοιμόταν, εκδοχή η οποία έχει καταρριφθεί από τα ιατροδικαστικά ευρήματα. Στο μαχαίρι που βρέθηκε κάτω από τη σορό της 54χρονης γυναίκας δεν εντοπίστηκαν αποτυπώματα, καθώς εκτιμάται ότι σβήστηκαν από το αίμα.
Η έρευνα των αρχών περιλάμβανε νέα περιγραφή των κινήσεων του 65χρονου εντός της οικίας. Ακολούθως, οι αστυνομικοί επέστρεψαν στον τόπο του εγκλήματος, όπου παρέμειναν επί ώρες, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε εμπλοκή τρίτου προσώπου. Επανεξετάστηκε υλικό από κάμερες ασφαλείας, χαρτογραφήθηκαν οι κινήσεις των θυμάτων και του κατηγορουμένου, ενώ αναζητήθηκαν νέα πειστήρια. Στο επίκεντρο της έρευνας τέθηκαν και αντιφάσεις στις καταθέσεις του Ιταλού σχετικά με το χρονικό των γεγονότων και τις δικές του κινήσεις. Οι αρχές αναζήτησαν επίσης το κινητό τηλέφωνο της δολοφονημένης γυναίκας, τμήμα του οποίου βρέθηκε σπασμένο, με τον κατηγορούμενο να υποστηρίζει ότι το είχε καταστρέψει η ίδια πριν την δολοφονία.
Σημαντική είναι η κατάθεση του πρώτου αξιωματικού της ΕΛ.ΑΣ. που έφτασε στον τόπο του εγκλήματος. Ο αξιωματικός δήλωσε ότι αρχικά εκτίμησε πως το κίνητρο δεν ήταν ληστεία και ότι ο 65χρονος Ιταλός θεωρήθηκε άμεσα βασικός ύποπτος. Στην κατάθεσή του, ανέφερε: «Η κύρια είσοδος, όπως και η πίσω, δεν έφεραν ίχνη παραβίασης. Κατά την είσοδό μας, διαπιστώσαμε ότι οι χώροι δεν ήταν ακατάστατοι, αλλά παρουσίαζαν την εικόνα καθημερινής χρήσης». Το μόνο δωμάτιο που βρέθηκε σε ακαταστασία, με σπασμένη ραφιέρα και πεταμένα αντικείμενα, ήταν η κρεβατοκάμαρα όπου εντοπίστηκαν οι δύο σοροί. Περιγράφοντας την εύρεση των θυμάτων, ο αστυνομικός ανέφερε: «Η πόρτα της δεύτερης κρεβατοκάμαρας ήταν μισάνοιχτη. Στα πλακάκια μπροστά υπήρχε κηλίδα αίματος. Ακριβώς πίσω από την πόρτα, βρισκόταν η σορός της 54χρονης, μπρούμυτα. Το νυχτικό της ήταν ξεκούμπωτο και παρατηρήσαμε πάνω από 20 μαχαιριές στον θώρακα και την κοιλιά». Κάτω από το σώμα της γυναίκας βρέθηκε ένα μεγάλο κουζινομάχαιρο. Στο κρεβάτι, ο 26χρονος εντοπίστηκε νεκρός, σκεπασμένος με πάπλωμα, με εμφανές σημάδι πυροβολισμού εξ’ επαφής στον δεξί κρόταφο και τέσσερις μαχαιριές στον θώρακα. Εντός της ντουλάπας του ίδιου δωματίου βρέθηκε ένα κυνηγετικό φλόμπερ με πυροδοτημένο φυσίγγιο εντός της θαλάμης και ένα αχρησιμοποίητο φυσίγγιο στο πάτωμα.
Ο 65χρονος σύντροφος της δολοφονημένης γυναίκας περιγράφεται από τον αστυνομικό ως απολύτως ήρεμος και ανέκφραστος κατά την παραμονή των αρχών στον χώρο. Ο αξιωματικός δήλωσε πως η απουσία ιχνών παραβίασης και η μη αφαίρεση αντικειμένων υποδηλώνουν ότι οι δολοφονίες δεν έγιναν με κίνητρο τη ληστεία. Στην έρευνα του χώρου, οι αστυνομικοί εντόπισαν ένα κυρτό διακοσμητικό μαχαίρι, το οποίο συνήθως βρισκόταν στο σαλόνι, αλλά εκείνη την ημέρα βρέθηκε στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας. Η αναστάτωση του δωματίου, τα αμυντικά τραύματα της γυναίκας, το σπάσιμο επίπλου και ο πυροβολισμός υποδεικνύουν ότι προκλήθηκε μεγάλος θόρυβος. Ο 65χρονος ισχυρίστηκε ότι κοιμόταν στον καναπέ και δεν άκουσε τίποτα, ούτε είχε προβλήματα ακοής ή λάμβανε φάρμακα. Υποστήριξε ότι δεν είχε σχέση με τις ανθρωποκτονίες, πιστεύοντας ότι η σύντροφός του και ο γιος της αλληλοεξοντώθηκαν. Επίσης, ενημέρωσε τις αρχές ότι δεν έλειπαν χρήματα ή κοσμήματα. Κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων, ο 65χρονος επικαλέστηκε ξαφνικά ότι δεν κατανοεί την ελληνική γλώσσα, παρά το γεγονός ότι ζει στην Ελλάδα επί 15 έτη. Ο αστυνομικός εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι ο Ιταλός είναι ο δράστης των δύο δολοφονιών, περιγράφοντας πως ο δράτης αρχικά πυροβόλησε τον 26χρονο στον ύπνο του και στη συνέχεια τον μαχαίρωσε, ενώ η 54χρονη, ακούγοντας τον θόρυβο, δέχτηκε επίθεση και πάλεψε.
Στο μικροσκόπιο των αρχών έχουν τεθεί και οι κινήσεις και οι περιγραφές ενός κρίσιμου μάρτυρα, φίλου του Ιταλού κατηγορουμένου, ο οποίος έφτασε στη μονοκατοικία πριν από τους αστυνομικούς. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι ειδοποιήθηκε από τον 65χρονο μέσω κλήσης WhatsApp στις 11:44 π.μ., ενώ βρισκόταν σε μικροβιολογικό εργαστήριο στο Αίγιο. Ο 65χρονος, κλαίγοντας, τον κάλεσε επανειλημμένα να πάει ‘σπίτι, γρήγορα’. Ο μάρτυρας έφτασε στο σημείο περίπου 10 λεπτά αργότερα. Στην είσοδο της οικίας, ρώτησε τον Μάρκο τρεις φορές αν ο Ολύμπιος ήταν σπίτι, με τον Μάρκο να επαναλαμβάνει κλαίγοντας το όνομά του. Προχωρώντας εντός, ο μάρτυρας εντόπισε μια κηλίδα αίματος έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα του υπνοδωματίου του Ολύμπιου. Ανοίγοντας την πόρτα, είδε στο κρεβάτι τη μορφή ανθρώπινου σώματος καλυμμένου με κουβέρτα και πίσω από την πόρτα κείμενη τη Μαρία. Όταν άρχισε να φωνάζει τα ονόματά τους, ο Μάρκο τού είπε ‘νεκροί’. Ο μάρτυρας κάλεσε άμεσα το ασθενοφόρο στις 11:56 π.μ. και την αστυνομία στις 12:00 μ.μ. Μέχρι την άφιξη του ασθενοφόρου, ρώτησε τον Μάρκο τι είχε συμβεί. Ο 65χρονος του ανέφερε ότι η Μαρία είχε πάει να κοιμηθεί στο υπνοδωμάτιό τους την προηγούμενη νύχτα στις 23:00, και έπειτα ο ίδιος πήγε να κοιμηθεί μαζί της, αλλά λόγω ροχαλητού, κοιμήθηκε στον καναπέ του σαλονιού. Το πρωί, γύρω στις 11:00, ο Μάρκο ξύπνησε, πήγε στο μπάνιο και μετά στο δωμάτιο της Μαρίας, όπου δεν τη βρήκε. Υποθέτοντας ότι η Μαρία είχε πάει να κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο με τον γιο της, Ολύμπιου, ο Μάρκο χτύπησε την πόρτα. Αφού δεν έλαβε απάντηση, φώναξε το όνομα της Μαρίας, άνοιξε την πόρτα και βρήκε τη Μαρία νεκρή στο δάπεδο και τον Ολύμπιο νεκρό στο κρεβάτι του. Ο Μάρκο ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ακούσει τίποτα. Οι αστυνομικοί έχουν αποκλείσει την εμπλοκή τρίτου προσώπου στο έγκλημα, καθώς οι κάμερες ασφαλείας δεν κατέγραψαν την είσοδο άλλου ατόμου πέραν των ενοίκων. Ο μάρτυρας παρείχε επίσης κρίσιμη πληροφορία σχετικά με το όπλο φλόμπερ που κατασχέθηκε, το οποίο, όπως δήλωσε, είχε βοηθήσει τον 65χρονο να το επισκευάσει, καθιστώντας το λειτουργικό. Επίσης, η Μαρία φύλαγε το συγκεκριμένο όπλο, κειμήλιο του πατέρα της, ως οικογενειακό ενθύμιο. Το κυρτό μαχαίρι που βρέθηκε στο κομοδίνο, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν επίσης οικογενειακό κειμήλιο του Μάρκο. Ο μάρτυρας αναμένει τις επίσημες απαντήσεις, τονίζοντας ότι δεν θεωρούσε τον φίλο του ικανό για εγκληματική ενέργεια. Οι κηδείες των δύο θυμάτων αναμένεται να τελεστούν αύριο.
