Βαθαίνει η εμπλοκή των Ευρωπαίων στην Ερυθρά Θάλασσα

Βαθαίνει η εμπλοκή των Ευρωπαίων στην Ερυθρά Θάλασσα

Εκεί όπου ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ διστάζει να εμπλακεί, κάποιοι διακρίνουν ευκαιρίες προβολής ισχύος.

σχετικά άρθρα

Ο λόγος για την Ερυθρά Θάλασσα και τη σύγκρουση της Σαουδικής Αραβίας με την de facto κυβέρνηση της Υεμένης υπό την Ανσαραλλάχ (Χούθι).

Την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ναυτικής επιχείρησης “Ασπίδες” στην Ερυθρά Θάλασσα με περισσότερα πλοία υπογράμμισε η Ύπατη Εκπρόσωπος της Ε.Ε. για την Εξωτερική Πολιτική Κάγια Κάλας, προσερχόμενη στο Συμβούλιο Υπουργών Άμυνας των “27” που συνεδριάζει σήμερα στις Βρυξέλλες.

“Η ανάγκη είναι μεγαλύτερη από ποτέ”, ανέφερε η Κάγια Κάλας, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν πολλά αιτήματα για τη συνοδεία εμπορικών πλοίων, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή ναυτικά μέσα για την κάλυψή τους. Όπως σημείωσε, όταν δημιουργήθηκε η επιχείρηση “Ασπίδες” είχε προβλεφθεί ότι θα διαθέτει τουλάχιστον δέκα πλοία, ωστόσο σήμερα δεν διαθέτει αυτόν τον αριθμό. “Δεν έχω συγκεκριμένες δεσμεύσεις, αλλά πιέζω”, είπε χαρακτηριστικά, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν νέες ανακοινώσεις για τη διάθεση πλοίων.

Παράλληλα, η Κάγια Κάλας ανέφερε ότι ορισμένα πλοία έχουν προσφερθεί στον υπό σαουδαραβική ηγεσία ναυτικό συνασπισμό, ο οποίος δεν είναι ακόμη επιχειρησιακός, και πρότεινε να αξιοποιηθούν προσωρινά από την επιχείρηση “Ασπίδες”, όπου υπάρχει άμεση ανάγκη για περισσότερα πλοία. Όπως εξήγησε, τα πλοία που απαιτούνται είναι κυρίως εκείνα που μπορούν να συνοδεύουν εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα και ειδικότερα μέσω των Στενών Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Ό,τι και αν αποφασισθεί όμως σε ευρωενωσιακό επίπεδο έχει τρόπον τινά προκαταληφθεί από την απόφαση της Γαλλίας να αποστείλει δυνάμεις της για την προστασία του σαουδαραβικού λιμένα του Γιάνμπου.

Υπενθυμίζεται ότι το Γιάνμπου αποτελεί τους τελευταίους μήνες, μετά τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, την κύρια οδό διοχέτευσης σαουδαραβικού πετρελαίου στις αγορές, αλλά έχει στοχοποιηθεί από την Ανσαραλλάχ, η οποία έχει κηρύξει ναυτικό αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας.

Στην πραγματικότητα, η στρατιωτική εμπλοκή της Γαλλίας στα της περιοχής ήταν κάτι που ο Εμανουέλ Μακρόν επιδίωκε, αυτοτελώς ή και σε συντονισμό με άλλες ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. τη Βρετανία), από καιρό. Γνωστή είναι η πρότασή του να αναλάβει ευρωπαϊκή ναυτική δύναμη τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας από το Στενό του Ορμούζ μετά τη λήξη της τρέχουσας σύγκρουσης. Εφόσον όμως η σύγκρουση συνεχίζεται και η εν λόγω πρόταση δεν υλοποιήθηκε, το ενδιαφέρον του ενοίκου των Ηλυσίων στρέφεται στην έτερη κρίσιμη θαλάσσια οδό, αυτήν της Ερυθράς Θάλασσας.

Αποτελεί πάντως μέγα αναπάντητο ερώτημα το αν μπορεί πραγματικά να αλλάξει τη μορφή της σύγκρουσης Σαουδικής Αραβίας και Ανσαραλλάχ η γαλλική αποστολή ή όποια διευρυμένη ευρωπαϊκή δύναμη ενδεχομένως τη διαδεχθεί.

Η γεωπολιτική αναλύτρια Πατρίσια Μαρίνς από τη Βραζιλία στέκεται ιδιαίτερα στους περιορισμούς μιας ευρωπαϊκής δύναμης που θα έσπευδε να βοηθήσει τους Σαουδάραβες. Θα συνοδεύει αυτή τα σαουδαραβικά πλοία; Αλλά η Σαουδική Αραβία έχει ήδη φρεγάτες με αντιπυραυλικά συστήματα. Αδιευκρίνιστο παραμένει τι θα παρείχε μια ευρωπαϊκή δύναμη που δεν κάνουν ήδη οι Σαουδάραβες, αφού έχουν σύγχρονα πλοία και μια μεγάλη αεροπορία. Ποιους στόχους θα χτυπούσαν στην Υεμένη; Μεγάλα εργοστάσια; Μεγάλους σταθμούς παραγωγής ενέργειας; Κέντρα δεδομένων; Δεν θα βρείτε τίποτα από αυτά. Το 2020, μια δύναμη 30 δυτικών πλοίων με αεροπορική υποστήριξη προσπάθησε ήδη να αντιμετωπίσει τους Υεμενίτες και δεν είχε μεγάλη επιτυχία. Οι Χούθι είναι πολύ καλύτερα προετοιμασμένοι από ό,τι ήταν σε εκείνη την περίπτωση. Πρόκειται για μια περίπλοκη κατάσταση που απαιτεί κάτι περισσότερο από ένα απλό στρατιωτικό μέτωπο, επιμένει η Μαρίνς.

Αξίζει να υπενθυμισθεί ότι στην παλαιότερη φάση της σύγκρουσης Σαουδικής Αραβίας και Ανσαραλλάχ (πριν από την ανακωχή του 2022 που κατέρρευσε αυτό το καλοκαίρι) η Γαλλία συμμετείχε αφανώς με ειδικές δυνάμεις της και στην πολιορκία του λιμένα της Χοντέιντα, από τον οποίο εξαρτώνταν η τροφοδοσία της λιμοκτονούσας (βόρειας) Υεμένης.

Πρόκειται για κινήσεις αυτεπιβεβαίωσης μιας πρώην αποικιακής αυτοκρατορίας, η οποία μάλλον δεν έχει αφομοιώσει το γεγονός ότι ήδη από το 1956, με τον πόλεμο του Σουέζ, έπαψε (βοηθούντος και του προέδρου Άιζενχαουερ) να ρυθμίζει από κοινού με τη Βρετανία τα θέματα της περιοχής.