Το Τέλος των Ψευδαισθήσεων: Το Μόναχο σφραγίζει το «διαζύγιο» της Ευρώπης με τις ΗΠΑ

Η «ηχηρή» απουσία Ρούμπιο, ο ωμός ρεαλισμός του Φρίντριχ Μερτς και η βίαιη ενηλικίωση της Γηραιάς Ηπείρου – Γιατί η Ουάσινγκτον δεν ενδιαφέρεται πλέον για τη γνώμη των συμμάχων της

Το Τέλος των Ψευδαισθήσεων: Το Μόναχο σφραγίζει το «διαζύγιο» της Ευρώπης με τις ΗΠΑ

Αν πέρυσι, στην ίδια αίθουσα του ξενοδοχείου Bayerischer Hof, η ομιλία του Τζέι Ντι Βανς είχε λειτουργήσει ως «κεραυνός εν αιθρία», προκαλώντας αμηχανία και νευρικό γέλιο στους Ευρωπαίους διπλωμάτες, φέτος η ατμόσφαιρα είναι διαφορετική. Δεν υπάρχει πια έκπληξη. Υπάρχει μόνο η παγωμένη συνειδητοποίηση μιας νέας, σκληρής πραγματικότητας. Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, ο ιστορικός «σεισμογράφος» των γεωπολιτικών εξελίξεων, κατέγραψε φέτος την οριστική ρήξη της τεκτονικής πλάκας που ένωνε τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

σχετικά άρθρα

Η εποχή της αμερικανικής προστασίας «υπό όρους» τελείωσε. Η εποχή της αμερικανικής αδιαφορίας μόλις ξεκίνησε. Και όπως φάνηκε από τα γεγονότα της Παρασκευής, η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί τον «απογαλακτισμό» της από τις ΗΠΑ όχι ως μια θεωρητική άσκηση στρατηγικής αυτονομίας, αλλά ως ζήτημα υπαρξιακής επιβίωσης.

Το μήνυμα Ρούμπιο: Η διπλωματία της απουσίας

Στη διπλωματία, η παρουσία έχει σημασία, αλλά η απουσία έχει συχνά μεγαλύτερη βαρύτητα. Η απόφαση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, να ακυρώσει την τελευταία στιγμή τη συνάντησή του με τους ηγέτες της Γερμανίας, της Πολωνίας, της Φινλανδίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Ουκρανικό, δεν ήταν απλώς μια «δυσκολία στο πρόγραμμα». Ήταν μια σαφής, κυνική δήλωση προθέσεων.

Όταν ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας επιλέγει να μην καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τους βασικούς Ευρωπαίους συμμάχους του για να συζητήσουν το φλέγον ζήτημα της ηπείρου τους, το μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές καγκελαρίες είναι ξεκάθαρο: «Δεν είστε πλέον απαραίτητοι στον σχεδιασμό μας». Οι δικαιολογίες περί βεβαρημένου προγράμματος, που ψέλλισαν Αμερικανοί αξιωματούχοι, δεν έπεισαν κανέναν. Η Ουάσινγκτον, υπό τη νέα της διοίκηση, δείχνει ότι σκοπεύει να χειριστεί το ουκρανικό ζήτημα είτε απευθείας με τη Μόσχα, είτε με όρους που η Ευρώπη θα κληθεί απλώς να προσυπογράψει, χωρίς δικαίωμα άποψης.

Όπως χαρακτηριστικά σχολίασε Ευρωπαίος αξιωματούχος στους Financial Times, «η συνάντηση δεν είχε πλέον νόημα χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ». Αυτή η φράση συνοψίζει την τραγωδία της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής: Εξακολουθεί να ορίζεται από την παρουσία ή την απουσία του Αμερικανού εταίρου. Η κίνηση του Ρούμπιο «επισημοποίησε» το ρήγμα. Η Ευρώπη δεν είναι πια συνδιαμορφωτής των εξελίξεων, αλλά παρατηρητής των συνεπειών τους.

Φρίντριχ Μερτς: Η Γερμανία ξυπνά από τον λήθαργο

Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ανέλαβε τον ρόλο του κομιστή των κακών ειδήσεων, αλλά και του αφυπνιστή. Η επιλογή του να μεταφέρει την ομιλία του στην έναρξη της Συνόδου δεν ήταν τυχαία. Ο Μερτς ήθελε να δώσει τον τόνο πριν χαθεί το μομέντουμ. Και ο τόνος αυτός ήταν ασυνήθιστα ρεαλιστικός για τα γερμανικά δεδομένα.

«Η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων είναι σκληρή και απρόβλεπτη», δήλωσε ο Καγκελάριος, παραδεχόμενος ουσιαστικά ότι η ρομαντική εποχή της «ήπιας ισχύος» (soft power) και της εμπορικής διπλωματίας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ο Μερτς, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι η εξάρτηση από τις ΗΠΑ δεν είναι πλέον εγγύηση ασφαλείας, αλλά παράγοντας ρίσκου.

Η παραδοχή του ότι πρέπει «να κόψουμε την εξάρτηση» και να «πιστέψουμε στις δυνάμεις μας» αποτελεί μια ιστορική στροφή για το Βερολίνο. Η Γερμανία, που για δεκαετίες έχτισε την ευημερία της πάνω στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας και τη φθηνή ρωσική ενέργεια, βρίσκεται τώρα εκτεθειμένη και στα δύο μέτωπα. Ο Μερτς φαίνεται να κατανοεί ότι ο μόνος δρόμος είναι η μετατροπή της Ευρώπης σε έναν αυτόνομο γεωπολιτικό πόλο. Το ερώτημα είναι αν έχει τον χρόνο και τα μέσα να το πετύχει, ή αν η αφύπνιση ήρθε πολύ αργά.

Το τέλος του «Ατλαντικού Αυτοματισμού»

Αυτό που παρακολουθούμε στο Μόναχο είναι η κατάρρευση του «Ατλαντικού Αυτοματισμού». Μέχρι πρότινος, σε κάθε κρίση, η πρώτη αντίδραση της Ευρώπης ήταν να κοιτάξει προς την Ουάσινγκτον. Τώρα, όταν κοιτάζει προς τα εκεί, βλέπει μια πλάτη γυρισμένη.

Η κυβέρνηση Τραμπ, με εκφραστές τον Ρούμπιο και τον Βανς, εφαρμόζει μια πολιτική που δεν είναι απλώς απομονωτική, αλλά ενεργητικά αδιάφορη για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η πίεση προς την Ουκρανία για μια διευθέτηση με τη Ρωσία, ερήμην των Ευρωπαίων, δημιουργεί έναν εφιαλτικό σενάριο: Μια ειρήνη που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Μόσχας και την εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αφήνοντας την Ευρώπη με μια μόνιμη απειλή στα σύνορά της και με το βάρος της ανοικοδόμησης μιας διαμελισμένης χώρας.

Οι αναφορές του Μερτς και του Μακρόν για «νέες συμμαχίες» είναι ενδεικτικές του πανικού, αλλά και της αναζήτησης διεξόδου. Η Ευρώπη ψάχνει να καλύψει το κενό ισχύος, κοιτάζοντας είτε προς το εσωτερικό της (αμυντική ολοκλήρωση) είτε προς άλλους παγκόσμιους δρώντες. Ωστόσο, η σκληρή αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν εύκολες εναλλακτικές. Ούτε η Κίνα, την οποία ο Μερτς σωστά κατονόμασε ως αυξανόμενη στρατιωτική απειλή, ούτε κάποιος άλλος πόλος μπορεί να αντικαταστήσει τον ρόλο που έπαιζαν οι ΗΠΑ.

Η βίαιη ενηλικίωση

Η φράση «να αναγνωρίσουμε τα δεδομένα χωρίς μοιρολατρία» που χρησιμοποίησε ο Γερμανός Καγκελάριος, είναι ίσως η πιο σημαντική της Διάσκεψης. Η Ευρώπη περνάει μια φάση βίαιης ενηλικίωσης. Σαν τον έφηβο που ανακαλύπτει ξαφνικά ότι οι γονείς του σταμάτησαν να πληρώνουν το ενοίκιο, η Ε.Ε. καλείται να πληρώσει το τίμημα της δικής της ασφάλειας.

Αυτό σημαίνει τεράστια κονδύλια για την άμυνα, τα οποία θα λείψουν από το κοινωνικό κράτος. Σημαίνει σκληρές αποφάσεις για τη βιομηχανική παραγωγή οπλικών συστημάτων. Σημαίνει πολιτικό κόστος και κοινωνικές αντιδράσεις. Αλλά, κυρίως, σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να μάθει να σκέφτεται γεωστρατηγικά, όχι νομικίστικα.

Η ακύρωση του Ρούμπιο ήταν, τελικά, μια υπηρεσία προς την Ευρώπη. Ήταν το χαστούκι που χρειαζόταν για να σταματήσουν οι ψευδαισθήσεις. Η Ουάσινγκτον δεν πρόκειται να σώσει την παρτίδα στο Ουκρανικό με όρους που βολεύουν τις Βρυξέλλες ή το Βερολίνο. Αν η Ευρώπη θέλει να έχει λόγο στο μέλλον της γειτονιάς της, πρέπει να βάλει το χέρι στην τσέπη και να λερώσει τα χέρια της στην πολιτική σκακιέρα.

Συμπέρασμα: Μόνοι στο σπίτι

Η Διάσκεψη του Μονάχου του 2026 θα μείνει στην ιστορία ως η στιγμή που η Ευρώπη έμεινε «μόνη στο σπίτι». Οι ΗΠΑ έχουν στρέψει το βλέμμα τους στον Ειρηνικό και στα εσωτερικά τους προβλήματα. Ο Ρούμπιο δεν είχε χρόνο για τους Ευρωπαίους ομολόγους του, γιατί πολύ απλά, στην ατζέντα της νέας αμερικανικής διοίκησης, η Ευρώπη είναι πλέον ένα «μουσείο» πολιτισμού και όχι ένας συμπαίκτης ισχύος.

Ο Φρίντριχ Μερτς και ο Εμμανουέλ Μακρόν προσπαθούν να αρθρώσουν έναν λόγο ελπίδας και αυτοπεποίθησης. Μιλούν για το τέλος της εξάρτησης. Όμως, πίσω από τις λέξεις, κρύβεται η αγωνία. Μπορούν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, με τους αργούς ρυθμούς λήψης αποφάσεων και τις εσωτερικές τους έριδες, να επιβιώσουν σε έναν κόσμο «σκληρό και απρόβλεπτο», χωρίς τον Αμερικανό χωροφύλακα;

Το ρήγμα που επισημοποιήθηκε στο Μόναχο δεν γεφυρώνεται με ευχολόγια. Η επόμενη μέρα απαιτεί πράξεις, θυσίες και έναν ρεαλισμό που η Ευρώπη είχε ξεχάσει για δεκαετίες. Ο Ρούμπιο έφυγε, ή μάλλον δεν ήρθε ποτέ. Το ζήτημα είναι τι θα κάνουμε εμείς που μείναμε πίσω.