Μετά την επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, τον περασμένο μήνα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι σκοπεύει να αξιοποιήσει τα πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας, τα οποία θεωρούνται τα μεγαλύτερα στον κόσμο. Μάλιστα, ανέφερε ότι σχεδιάζει να επισκεφθεί τη χώρα της Νότιας Αμερικής, χωρίς ωστόσο να έχει οριστεί ημερομηνία.
Οι δηλώσεις του έγιναν λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του υπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, στη Βενεζουέλα, με στόχο να διαπιστώσει πώς η χώρα επιχειρεί να ανοίξει εκ νέου τον πετρελαϊκό της τομέα σε αμερικανικές εταιρείες. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε λίγο αφότου η Εθνοσυνέλευση της Βενεζουέλας ενέκρινε νόμο που επιτρέπει ιδιωτικές και ξένες επενδύσεις στον κλάδο, έπειτα από δύο δεκαετίες αυστηρού κρατικού ελέγχου.
Ο Τραμπ βλέπει στο εγχείρημα μια μεγάλη επιχειρηματική ευκαιρία για τον αμερικανικό πετρελαϊκό τομέα. «Θα αντλήσουμε ποσότητες πετρελαίου που λίγοι έχουν ξαναδεί», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στα μέσα Ιανουαρίου, μετά από συνάντηση με στελέχη της ενεργειακής βιομηχανίας στον Λευκό Οίκο.
Ωστόσο, για τις αμερικανικές εταιρείες που καλούνται να επενδύσουν, το βασικό ερώτημα παραμένει αν το εγχείρημα είναι οικονομικά βιώσιμο, σύμφωνα με το BBC.
Ο Γουίλιαμ Τζάκσον, επικεφαλής οικονομολόγος αναδυόμενων αγορών στην Capital Economics, εκτιμά ότι ο στόχος του Τραμπ είναι «να αναβιώσει τον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας και να χρησιμοποιήσει αυτή την ενέργεια για να αυξήσει την προσφορά και να μειώσει το κόστος για τον καταναλωτή, ενδεχομένως προσφέροντας έσοδα σε μια πιο φιλική κυβέρνηση για την ανοικοδόμηση της οικονομίας μετά από χρόνια κακοδιαχείρισης».
Στην πράξη, όμως, τα εμπόδια είναι σημαντικά. Η κρατική εταιρεία PDVSA δεν θυμίζει σε τίποτα την παλαιότερη ισχυρή της μορφή. Οι κυβερνήσεις του Μαδούρο και του Ούγκο Τσάβες αξιοποίησαν τα έσοδα της εταιρείας για κοινωνικές δαπάνες, χωρίς να επενδύσουν επαρκώς στη συντήρηση και ενίσχυση της παραγωγής, η οποία έχει καταρρεύσει τα τελευταία χρόνια – εν μέρει λόγω κυρώσεων των ΗΠΑ, που ενδέχεται να αναθεωρηθούν.
«Στη Βενεζουέλα έχεις να κάνεις με εξοπλισμό που έχει υποβαθμιστεί από χρόνια αμέλειας», σημειώνει ο Τζάκσον, προσθέτοντας ότι πριν από 10-15 χρόνια η χώρα παρήγαγε 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως περισσότερα από σήμερα.
Η Μόνικα ντε Μπόλε, ανώτερη ερευνήτρια στο Peterson Institute for International Economics, τονίζει ότι η κατάσταση της PDVSA είναι κρίσιμη. «Πολλά πρέπει να αποσυρθούν πλήρως και να ξαναχτιστούν από την αρχή», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι, αν δεν υπήρχαν πολιτικοί περιορισμοί, η πλήρης αναδόμηση θα ήταν η καλύτερη λύση – κάτι που θεωρεί απίθανο, δεδομένου του συμβολισμού της εταιρείας για την εθνική κυριαρχία.
Ο Τραμπ έχει ζητήσει από τις αμερικανικές εταιρείες να επενδύσουν τουλάχιστον 100 δισ. δολάρια για την αποκατάσταση των υποδομών. Αν και η Βενεζουέλα διαθέτει επισήμως 300 δισ. βαρέλια αποθεμάτων, το 2023 εξήγαγε μόλις 211,6 εκατ. βαρέλια, αξίας περίπου 4 δισ. δολαρίων. Την ίδια περίοδο, η Σαουδική Αραβία, με 267 δισ. βαρέλια αποθεμάτων, κατέγραψε εξαγωγές 181 δισ. δολαρίων.
Παράλληλα, υπάρχουν αμφιβολίες για το πραγματικό μέγεθος των εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων, καθώς επί προεδρίας Τσάβες τα αποθέματα αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω σε περίοδο υψηλών τιμών. Με τις τιμές σήμερα κοντά στα 65 δολάρια το βαρέλι, η βιωσιμότητα των επενδύσεων αμφισβητείται.
Επιπλέον, το βαρύ και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο πετρέλαιο της Βενεζουέλας είναι πιο δύσκολο και κοστοβόρο στην εξόρυξη και διύλιση. Αν και ενδεχόμενη αύξηση της παραγωγής θα μπορούσε να επηρεάσει τον Καναδά, οι αναλυτές θεωρούν ότι ο κίνδυνος είναι περιορισμένος.
Η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει σχεδόν οκτώ εκατομμύρια πολίτες στη μετανάστευση, μεταξύ αυτών και πολλούς εξειδικευμένους μηχανικούς της PDVSA. Η έλλειψη τεχνογνωσίας αποτελεί πρόσθετο εμπόδιο.
Ο Τόμας Γουότερς της S&P Global Ratings σημειώνει ότι οι αμερικανικές εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να αποκαταστήσουν τις υποδομές, εφόσον το εγχείρημα αποδειχθεί οικονομικά βιώσιμο. «Μπορείς να κατασκευάσεις τα πάντα, αρκεί να μπορείς να τα χρηματοδοτήσεις», λέει, υπογραμμίζοντας ότι απαιτούνται τιμές πετρελαίου που να καθιστούν την επένδυση συμφέρουσα.
Το ιστορικό απαλλοτριώσεων αποτελεί επίσης αποτρεπτικό παράγοντα. Το 2007, μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips, είδαν τα περιουσιακά τους στοιχεία να κατάσχονται. Αν και επιδικάστηκαν αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων, αυτές δεν καταβλήθηκαν ποτέ.
Σήμερα, το πολιτικό καθεστώς παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο, με την πρώην αντιπρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες ως προσωρινή ηγέτιδα. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει προσφέρει εγγυήσεις ασφαλείας στις εταιρείες, σε μια χώρα όπου παραστρατιωτικές ομάδες δρουν συχνά ανεξέλεγκτα.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, έχει χαρακτηρίσει τη Βενεζουέλα «μη επενδύσιμη» υπό τις παρούσες συνθήκες. Σύμφωνα με τη ντε Μπόλε, η πολιτική της Ουάσινγκτον είναι «μόνο πίεση, χωρίς κίνητρα».
Αναλυτές επισημαίνουν ότι ακόμη και αν αυξηθεί η παραγωγή, η επίδραση στις διεθνείς τιμές θα εξαρτηθεί από το μέγεθος της ανόδου. «Η κατάσταση είναι ρευστή και αδιαφανής, με έντονη γεωπολιτική διάσταση», σημειώνει ο Τζάκσον, προσθέτοντας ότι η Βενεζουέλα βρίσκεται ακόμη στα πρώτα στάδια πιθανής επανεκκίνησης της παραγωγής της.

