Το ευρωπαϊκό μαχητικό FCAS οδηγείται σε αδιέξοδο
Εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία, της αβεβαιότητας σχετικά με τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και της εντεινόμενης γεωπολιτικής έντασης, η συζήτηση στην Ευρώπη για στρατηγική αυτονομία εντείνεται.
Ωστόσο, ένα από τα πλέον φιλόδοξα αμυντικά προγράμματα της ηπείρου φαίνεται να οδηγείται σε αδιέξοδο.
Πρόκειται για το Future Combat Air System (FCAS), ένα πρόγραμμα εκτιμώμενου ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ. Στόχος του ήταν η ανάπτυξη του πρώτου αμιγώς ευρωπαϊκού μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς, το οποίο θα αντικαθιστούσε σταδιακά τα γαλλικά Rafale και τα Eurofighter της Γερμανίας και της Ισπανίας, αποτελώντας παράλληλα την ευρωπαϊκή απάντηση στην κυριαρχία των αμερικανικών F-35.
Σήμερα, ωστόσο, το φιλόδοξο σχέδιο κινδυνεύει να αναδειχθεί σε ακόμα ένα παράδειγμα των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη κατά τη μετατροπή πολιτικών διακηρύξεων σε κοινή στρατηγική δράση.
Το πρόγραμμα FCAS θεσπίστηκε το 2017, κατόπιν απόφασης του Εμανουέλ Μακρόν και της Άνγκελα Μέρκελ να επενδύσουν σε ένα κοινό αμυντικό όραμα. Η αρχική ιδέα προέβλεπε την απόκτηση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού συστήματος αεροπορικής ισχύος, το οποίο θα περιελάμβανε μαχητικά νέας γενιάς, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, δορυφορικά δίκτυα και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Εξαρχής, ωστόσο, υπήρξαν σημαντικές διαφωνίες παρά το πνεύμα συνεργασίας. Η γαλλική Dassault Aviation, κατασκευάστρια των Rafale, διεκδικούσε ηγετικό ρόλο και πλήρη έλεγχο κρίσιμων τεχνολογιών εντός του προγράμματος. Αντιθέτως, η Airbus Defence and Space, εκπροσωπώντας κυρίως γερμανικά συμφέροντα, ζητούσε ισότιμη συμμετοχή στον σχεδιασμό και στην πνευματική ιδιοκτησία του υπό ανάπτυξη αεροσκάφους.
Πέραν των εταιρικών αντιπαραθέσεων, αναδείχθηκε μια ευρύτερη πολιτική διαφωνία. Η Γαλλία αντιμετωπίζει το νέο μαχητικό ως κρίσιμο στοιχείο της πυρηνικής της αποτροπής, καθιστώντας απρόθυμη την πλήρη κοινοποίηση τεχνογνωσίας συνδεδεμένης με τις πυρηνικές της δυνατότητες. Αντίθετα, η Γερμανία επιδιώκει έναν πιο συλλογικό χαρακτήρα για το πρόγραμμα.
Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται η σταδιατική αποσύνθεση ενός σχεδίου που είχε αρχικά παρουσιαστεί ως η ναυαρχίδα της ευρωπαϊκής άμυνας.
Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι ευρύτερες από την απλή κατασκευή ενός αεροσκάφους. Το FCAS θεωρούνταν η απόδειξη της ικανότητας της Ευρώπης να σχεδιάζει, να αναπτύσσει και να παράγει αυτόνομα προηγμένα οπλικά συστήματα. Η πιθανή αποτυχία του ενισχύει περαιτέρω την εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες κατέχουν σήμερα κυρίαρχη θέση στην αγορά μέσω του F-35 της Lockheed Martin.
Ήδη, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Πολωνία, η Φινλανδία και το Βέλγιο, έχουν επιλέξει το αμερικανικό μαχητικό ως βασικό πυλώνα της αεροπορικής τους άμυνας. Η συνεχιζόμενη καθυστέρηση του FCAS ενισχύει την παγίωση αυτής της εξάρτησης.
Το επικρατέστερο σενάριο πλέον υποδεικνύει κατακερματισμό στην Ευρώπη, αντί για ενοποίηση των αμυντικών προσπαθειών. Η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία προχωρούν με το ανταγωνιστικό πρόγραμμα GCAP, ενώ η Γερμανία, η Ισπανία και η Σουηδία αναζητούν εναλλακτικές λύσεις. Η Γαλλία, από την πλευρά της, ενδέχεται να αναπτύξει αυτόνομα έναν διάδοχο του Rafale.
Το παράδοξο είναι εμφανές: ενώ η Ευρώπη συζητά εντατικά για κοινή άμυνα, κοινή εξωτερική πολιτική και στρατηγική αυτονομία, αδυνατεί να καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με τον σχεδιασμό του αεροσκάφους που θα προασπίζει τον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο τις επόμενες δεκαετίες.
Ενδεχομένως, το πραγματικό δίδαγμα της υπόθεσης FCAS να έγκειται στην αδυναμία των ευρωπαϊκών κρατών να μοιραστούν εξουσία, ευθύνες και στρατηγικές φιλοδοξίες, πέρα από την έλλειψη χρημάτων, τεχνολογίας ή βιομηχανικής ικανότητας. Εφόσον αυτό το ζήτημα παραμένει άλυτο, η ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία θα παραμείνει ένα πολιτικό σύνθημα και όχι μια απτή πραγματικότητα.
