Συζητήσεις για Παράνομο Εμπόριο, Οργανωμένο Έγκλημα, Λιμάνια

Συζητήσεις για Παράνομο Εμπόριο, Οργανωμένο Έγκλημα, Λιμάνια
Συζητήσεις για Παράνομο Εμπόριο, Οργανωμένο Έγκλημα, Λιμάνια

Σε πρόσφατο φόρουμ, ειδικοί από διάφορες χώρες ανέλυσαν τις διαστάσεις του παράνομου εμπορίου, του οργανωμένου εγκλήματος και την ασφάλεια των λιμανιών, υπογραμμίζοντας τις οικονομικές, κοινωνικές και ζητήματα ασφάλειας που προκύπτουν.

σχετικά άρθρα

Ο κ. Jindrich Voboril, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Institute for Rational Addiction Policy από την Τσεχία, αρχικά θεωρούσε τη συζήτηση εσωτερική υπόθεση της βιομηχανίας. Επισήμανε ότι ο παράνομος καπνός αποτελεί σήμερα μία από τις πλέον κερδοφόρες παράνομες αγορές. Παρουσίασε στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η απώλεια για την Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε σε 15 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024, έναντι 11 δισ. το προηγούμενο έτος, ενώ έχουν κατασχεθεί 200 παράνομα εργοστάσια στην Ένωση. Υπογράμμισε την ανάγκη για πολιτική που βασίζεται στην ελαχιστοποίηση των βλαβών και των κινδύνων, προτείνοντας ρύθμιση της αγοράς ανάλογα με τους κινδύνους και μικρότερη φορολόγηση για τα λιγότερο επικίνδυνα προϊόντα, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερπλήρωση της παράνομης αγοράς με πιο επικίνδυνα προϊόντα λόγω αυστηρών απαγορεύσεων. Τέλος, τόνισε ότι οι απώλειες δεν είναι μόνο δημοσιονομικές, αλλά αφορούν και θέματα ασφάλειας.

Από την πλευρά του, ο κ. John Clayton, αντιπρόεδρος Εξωτερικών Υποθέσεων της JTI από την Ελβετία, ανέφερε ότι η Ελλάδα μπορεί να θεωρηθεί παράδειγμα στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου. Εξήγησε ότι μετά τις φορολογικές αυξήσεις του 2010, που οδήγησαν σε εκτόξευση του παράνομου εμπορίου από κάτω από 5% σε περίπου 30%, τα τελευταία επτά χρόνια, με πολιτική σταθερότητα, φορολογική προβλεψιμότητα και ισορροπημένη ρύθμιση, το παράνομο εμπόριο έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας. Ο κ. Clayton υπογράμμισε τη σημασία της σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αναφέροντας ότι η JTI στην Ελλάδα υποστηρίζει τις ελληνικές Αρχές μέσω δύο Μνημονίων Συνεργασίας για την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου, ένα με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και ένα με τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Κατέληξε ότι η καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου απαιτεί συλλογική προσπάθεια.

Ο κ. Γεώργιος Παγουλάτος, Πρέσβης και Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ, ανάλυσε τους παράγοντες που καθιστούν δύσκολη την πάταξη του παράνομου εμπορίου. Εξήγησε ότι αυτό διαπερνά τις τελωνειακές, φορολογικές, υγειονομικές και περιβαλλοντικές αρχές ασφαλείας, καθώς ένα προϊόν μπορεί να εμπεριέχει πολλαπλές παραβιάσεις ταυτόχρονα, οδηγώντας σε έλλειψη συντονισμού μεταξύ των υπηρεσιών. Αναφέρθηκε επίσης σε διασυνοριακές ασυμμετρίες λόγω διαφορών στην ικανότητα επιβολής και στις πολιτικές προτεραιότητες, καθώς και σε κενά στην ανταλλαγή δεδομένων. Επισήμανε την παγκοσμιοποίηση, τις πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου και τη θεσμική επικάλυψη ως επιπλέον παράγοντες που δυσχεραίνουν το έργο των αρχών. Τόνισε την ανάγκη για στοχευμένη επιβολή, διασυνοριακή συνεργασία και αξιοποίηση των τεχνολογιών.

Ο κ. Jan Burdinski, Managing Partner της Berlin Kommunikation GmbH από τη Γερμανία, ξεκίνησε την παρέμβασή του αναφέροντας τη ρήση του Μίλτον Φρίντμαν: «Όπου δεν υπάρχει ελεύθερη αγορά, υπάρχει μαύρη αγορά». Επισήμανε την υπερφορολόγηση ως βασικό πρόβλημα, αναφέροντας το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου η αύξηση του φόρου στα τσιγάρα το 2004 για τη χρηματοδότηση της αποστολής στο Αφγανιστάν οδήγησε σε μείωση των εσόδων. Υποστήριξε ότι ο φόρος καπνού χρησιμοποιείται συχνά ως λύση για διάφορες χρηματοδοτικές ανάγκες. Επεσήμανε την απώλεια εσόδων ως συνέπεια της υπέρμετρης φορολογίας, καθώς πολλοί στρέφονται στο παράνομο εμπόριο, όπως συνέβη με τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, όπου το 50% των πωλήσεων αφορά την παράνομη αγορά. Κατέληξε στο συμπέρασμα «Ρυθμίστε έξυπνα, φορολογήστε με μέτρο, και τότε η παράνομη αγορά θα εξαφανιστεί».

Στο πλαίσιο του φόρουμ συζητήθηκαν, επίσης, το οργανωμένο έγκλημα και η ασφάλεια των λιμανιών. Ο κ. Misha Glenny, Πρύτανης του Institute for Human Sciences από την Αυστρία, εξήγησε την παγκοσμιοποίηση του οργανωμένου εγκλήματος ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης του κομμουνισμού και της ανόδου της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο, προστέθηκαν το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ικανότητα της οργανωμένης εγκληματικότητας να διαφθείρει πολιτικά όργανα, οδηγώντας στην εξάπλωσή της. Ακολούθησε η ανάπτυξη συνθετικών ναρκωτικών, ευκολότερων στη λαθραία μεταφορά, και η ψηφιακή μετάβαση του οργανωμένου εγκλήματος με την ανάπτυξη του κυβερνοεγκλήματος. Ανέφερε ότι το 2024 το παραδοσιακό οργανωμένο έγκλημα είχε τζίρο περίπου 3,4 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το κυβερνοέγκλημα περίπου 19,7 τρισ. Σχετικά με τα λιμάνια, σημείωσε καταγραφές επιθέσεων σε συστήματα ασφαλείας για τη διευκόλυνση εγκληματικών δραστηριοτήτων. Τόνισε ότι για την καταπολέμηση των οργανωμένων εγκληματικών δικτύων, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η πολιτική και η αστυνόμευση, είτε μέσω αλλαγών στην πολιτική είτε με περισσότερους πόρους στην επιβολή του νόμου. Επεσήμανε την ικανότητα των εγκληματικών οργανώσεων να προσαρμόζονται σε αλλαγές, τονίζοντας ότι το πλεονέκτημα σήμερα είναι η εκτενής ερευνητική γνώση οργανισμών όπως το RUSI.

Η κυρία Cristina Iampieri, Head of UNODC Passenger and Cargo Control Programme στην Τουρκία, ανέφερε ότι λιγότερο από το 2% των φορτίων επιθεωρείται παγκοσμίως, λόγω απαιτήσεων συνεργασίας, πόρων και χρόνου. Περιέγραψε προβλήματα όπως η διαφθορά, η κατακερματισμένη προσέγγιση μεταξύ των υπηρεσιών επιβολής του νόμου, η έλλειψη τεχνογνωσίας και οι προκλήσεις στην ανταλλαγή πληροφοριών, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη ενός πιο ανεπίσημου συστήματος που βασίζεται στην εμπιστοσύνη. Κατέληξε ότι οι εγκληματικές ομάδες έχουν παγκοσμιοποιηθεί, σε αντίθεση με τις αρχές επιβολής του νόμου, τονίζοντας την ανάγκη για δικτύωση για την καταπολέμηση των δικτύων.

Τέλος, η κυρία Cathy Haenlein, Διευθύντρια των Organised Crime and Policing Studies στο RUSI, Ηνωμένο Βασίλειο, επεσήμανε ότι το πλαίσιο έρευνας για το οργανωμένο έγκλημα είναι απαρχαιωμένο, καθώς χρονολογείται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνούς Οργανωμένου Εγκλήματος πριν από 25 χρόνια. Περιέγραψε το σύγχρονο τοπίο ως πιο ρευστό και περίπλοκο, με μετάβαση από δομημένο έγκλημα σε ευέλικτα δίκτυα που αλλάζουν γρήγορα μεταξύ διαφορετικών εμπορευμάτων. Τόνισε ότι η παγκοσμιοποίηση επέτρεψε σε αυτές τις παράνομες αγορές να επεκταθούν και να διαφοροποιηθούν, ενώ τα όρια μεταξύ εγκληματικών, κρατικών και επιχειρηματικών παραγόντων έχουν γίνει πιο θολά. Ανέφερε περιορισμένη ορατότητα ως προς τον ρόλο των υποδομών (λιμάνια, εφοδιαστικές αλυσίδες, μεταφορές) και του τρόπου αξιοποίησης των χρηματοοικονομικών και εταιρικών δομών.

Τις συζητήσεις συντόνισαν ο κ. Timothy Andrews, Διευθυντής Θεμάτων Καταναλωτών στη Tholos Foundation, και η κυρία Rachel Ellehuus, Γενική Διευθύντρια του RUSI (Ηνωμένο Βασίλειο).