Ράντεφ: Η Ευρώπη δεν νικά μια πυρηνική Ρωσία

Ανάμεσα στην ολοκληρωτική νίκη και τη συνθηκολόγηση, η Ευρώπη έχει μόνο έναν δύσκολο δρόμο τη διαχείριση της κλιμάκωσης.

Ράντεφ: Η Ευρώπη δεν νικά μια πυρηνική Ρωσία
Ο Βούλγαρος πρωθυπουργός θέτει ένα ερώτημα που οι περισσότερες πρωτεύουσες αποφεύγουν: μπορεί να υπάρξει συμβατική νίκη απέναντι στη μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη του κόσμου;

Ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Ρούμεν Ράντεφ έθεσε ξανά στο τραπέζι ένα ερώτημα που οι περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αποφεύγουν: μπορεί η Ευρώπη να κερδίσει στρατιωτικά τον πόλεμο της Ουκρανίας απέναντι σε μια Ρωσία οπλισμένη με πυρηνικά;

σχετικά άρθρα

Μιλώντας στη σύνοδο κορυφής ΕΕ–Δυτικών Βαλκανίων στο Τίβατ του Μαυροβουνίου, ο Ράντεφ ζήτησε εντονότερες διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό της σύγκρουσης και προειδοποίησε ότι ο κίνδυνος κλιμάκωσης αυξάνεται. «Η Ευρώπη προσπαθεί να επιτύχει μια συμβατική νίκη εναντίον της μεγαλύτερης πυρηνικής δύναμης στον κόσμο», είπε, χαρακτηρίζοντάς το ως το θεμελιώδες πρόβλημα της σημερινής στρατηγικής.

Ο Βούλγαρος ηγέτης υποστήριξε ότι η ήπειρος δεν διαθέτει τα μέσα για να αντιμετωπίσει τα υπερηχητικά όπλα της Ρωσίας και ότι η τρέχουσα προσέγγιση μεγεθύνει, αντί να περιορίζει, τους κινδύνους ασφαλείας. «Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο τρομερά. Αυξάνουμε τον πυρηνικό κίνδυνο», τόνισε. Κάλεσε όλες τις χώρες να συμβάλουν στην ειρήνη και να στηρίξουν κάθε πρωτοβουλία διαπραγμάτευσης, ανεξάρτητα από την προέλευσή της, με προτεραιότητα την εύρεση δρόμου προς την ειρήνη και όχι την παράταση του πολέμου.

Οι δηλώσεις έχουν ιδιαίτερο βάρος λόγω της θέσης του Ράντεφ. Πρώην αρχηγός της βουλγαρικής Αεροπορίας και επί χρόνια Πρόεδρος της χώρας, παραιτήθηκε από το προεδρικό αξίωμα τον Ιανουάριο του 2026 και ανέλαβε πρωθυπουργός τον Μάιο, επικεφαλής του νέου κόμματος «Προοδευτική Βουλγαρία». Στη διάρκεια της προεδρίας του είχε επανειλημμένα τοποθετηθεί υπέρ μιας διαπραγματευτικής λύσης και είχε εκφράσει επιφυλάξεις για την αποστολή όπλων στο Κίεβο  στάση που οι επικριτές του θεωρούν υπερβολικά επιεική απέναντι στη Μόσχα, και οι υποστηρικτές του ρεαλιστική.

Το θέμα μας: γιατί μια πυρηνική δύναμη δεν «νικιέται» συμβατικά

Πέρα από την πολιτική ταυτότητα του ομιλητή, η παρατήρηση αγγίζει έναν πραγματικό πυρήνα της στρατηγικής θεωρίας  και αξίζει σοβαρή ανάλυση, όχι απόρριψη.

Η λογική πίσω από τα λόγια του Ράντεφ είναι αυτό που οι μελετητές αποκαλούν «παράδοξο σταθερότητας–αστάθειας». Όταν δύο πλευρές γνωρίζουν ότι μια ολοκληρωτική ήττα της μίας μπορεί να πυροδοτήσει πυρηνική χρήση, η ίδια η ολοκληρωτική νίκη γίνεται απρόσιτος στόχος. Μπορείς να συντρίψεις συμβατικά μια χώρα όπως το Ιράκ του 2003. Δεν μπορείς να συντρίψεις με τον ίδιο τρόπο ένα κράτος που διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο του πλανήτη γύρω στις 5.500 κεφαλές — χωρίς να ρισκάρεις μια καταστροφή ασύγκριτα μεγαλύτερη από το ίδιο το διακύβευμα του πολέμου.

Το πρόβλημα οξύνεται από τρεις παράγοντες. Πρώτον, το δόγμα. Η Μόσχα αναθεώρησε το 2024 το πυρηνικό της δόγμα, διευρύνοντας τις περιστάσεις υπό τις οποίες θα θεωρούσε νόμιμη τη χρήση πυρηνικών — μεταξύ άλλων ως απάντηση σε συμβατική επίθεση που απειλεί την «κυριαρχία» της. Όσο πιο χαμηλά τοποθετείται αυτό το κατώφλι, τόσο πιο επικίνδυνη γίνεται κάθε ευρωπαϊκή προσπάθεια για αποφασιστική στρατιωτική νίκη.

Δεύτερον, η ασυμμετρία των διακυβευμάτων. Για την Ευρώπη, η Ουκρανία είναι ζήτημα αρχών και ασφάλειας. Για το Κρεμλίνο, παρουσιάζεται σωστά ή λάθος ως υπαρξιακό. Σε έναν διαγωνισμό αποφασιστικότητας, η πλευρά που πείθει τον αντίπαλο ότι είναι διατεθειμένη να ρισκάρει περισσότερα αποκτά πλεονέκτημα. Μια Ρωσία που νιώθει στριμωγμένη δεν γίνεται πιο υποχωρητική· γίνεται πιο απρόβλεπτη.

Τρίτον, το τεχνικό κενό που επισήμανε ο Ράντεφ. Πυραυλικά συστήματα όπως ο ρωσικός «Ορέσνικ» κινούνται σε υπερηχητικές ταχύτητες και ελιγμούς που καθιστούν την αναχαίτιση εξαιρετικά δύσκολη με τα σημερινά ευρωπαϊκά μέσα αεράμυνας. Η Ευρώπη μπορεί να ενισχύει το οπλοστάσιό της, αλλά η ασπίδα της παραμένει, προς το παρόν, διάτρητη απέναντι στα πιο προηγμένα ρωσικά όπλα.

Ως εδώ, το επιχείρημα στέκει. Όμως μια έντιμη ανάλυση οφείλει να δει και την άλλη όψη γιατί εδώ ακριβώς το συμπέρασμα του Ράντεφ γίνεται αμφιλεγόμενο.

Ο αντίλογος είναι ισχυρός: «νίκη» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πορεία προς τη Μόσχα. Μπορεί να σημαίνει απλώς την άρνηση στη Ρωσία να πετύχει τους στόχους της — να κρατήσει την Ουκρανία όρθια και κυρίαρχη. Και αν η Ευρώπη αποδεχτεί ότι κάθε πυρηνική απειλή αρκεί για να την κάνει να υποχωρήσει, τότε διδάσκει τη Μόσχα —και κάθε μελλοντικό αναθεωρητή ένα επικίνδυνο μάθημα: ότι ο πυρηνικός εκβιασμός αποδίδει. Αυτό δεν μειώνει τον κίνδυνο· τον πολλαπλασιάζει, μετατρέποντας κάθε επόμενη κρίση σε ευκαιρία εκβιασμού. Πολλοί Ευρωπαίοι στρατηγικοί αναλυτές θεωρούν, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ότι η πραγματική απειλή δεν είναι η κλιμάκωση αλλά ο κατευνασμός.

Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο πλευρές περιγράφουν ένα πραγματικό κομμάτι του διλήμματος. Ο Ράντεφ έχει δίκιο ότι μια ολοκληρωτική, συμβατική «νίκη» επί μιας πυρηνικής Ρωσίας είναι, στην κυριολεξία, αυταπάτη  και ότι όποιος τη χαράζει ως στόχο παίζει με φωτιά. Αλλά οι επικριτές του έχουν επίσης δίκιο ότι η εναλλακτική δεν μπορεί να είναι η απλή ικανοποίηση των ρωσικών απαιτήσεων υπό την απειλή των όπλων.

Ανάμεσα στα δύο άκρα ολοκληρωτική νίκη και συνθηκολόγηση υπάρχει ο δύσκολος, ανέραστος δρόμος της διαχείρισης της κλιμάκωσης: να στερείς από τη Ρωσία τα κέρδη της, κρατώντας ταυτόχρονα ανοιχτούς διαύλους και ελέγχοντας το ρίσκο. Δεν είναι θεαματικός δρόμος, ούτε προσφέρεται για συνθήματα. Είναι όμως ο μόνος που δεν οδηγεί ούτε στην παράδοση ούτε στην καταστροφή.

Το μήνυμα του Ράντεφ, λοιπόν, αξίζει να ακουστεί όχι ως συνταγή αλλά ως προειδοποίηση. Η Ευρώπη χρειάζεται να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της για τα όρια της στρατιωτικής ισχύος απέναντι σε έναν πυρηνικό αντίπαλο. Αυτή η ειλικρίνεια όμως δεν πρέπει να μεταφραστεί σε παράλυση γιατί ένας αντίπαλος που μαθαίνει ότι η απειλή και μόνο φέρνει αποτελέσματα, δεν θα σταματήσει να απειλεί.