Πούτιν στην Κίνα: Ενίσχυση δεσμών μετά την επίσκεψη Τραμπ

Πούτιν στην Κίνα: Ενίσχυση δεσμών μετά την επίσκεψη Τραμπ
Πούτιν στην Κίνα: Ενίσχυση δεσμών μετά την επίσκεψη Τραμπ

Ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν αναμένεται απόψε στην Κίνα για συνομιλίες με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ. Η επίσκεψη αποσκοπεί στην επιβεβαίωση των ισχυρών διμερών σχέσεων, λίγες ημέρες μετά την υποδοχή του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο.

σχετικά άρθρα

Η άφιξη του επικεφαλής του Κρεμλίνου ανακοινώθηκε αμέσως μετά την ολοκλήρωση της πρώτης επίσκεψης Αμερικανού προέδρου στην Κίνα εδώ και εννέα χρόνια, από τον Πρόεδρο Τραμπ. Σύμφωνα με τη ρωσική προεδρία, οι δύο ηγέτες θα επικεντρωθούν στην ενίσχυση της διμερούς στρατηγικής συνεργασίας και στην ανταλλαγή απόψεων για σημαντικά διεθνή και περιφερειακά ζητήματα. Οι δύο ηγέτες, ηλικίας 73 και 72 ετών αντίστοιχα, αναμένεται να υπογράψουν κοινή δήλωση, επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση της στενής τους συνεργασίας. Προ της επίσκεψης, οι δύο πρόεδροι αντήλλαξαν συγχαρητήριες επιστολές για τα 30 χρόνια διμερούς στρατηγικής σύμπραξης. Ο Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ εξήρε μια συνεργασία που «εμβαθύνεται διαρκώς». Ο Πρόεδρος Πούτιν, σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα προς τον κινεζικό λαό, υπογράμμισε ότι οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν φτάσει σε «πραγματικά άνευ προηγμένου επίπεδο» και διαδραματίζουν «μεγάλο σταθεροποιητικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα». Κατά την προηγούμενη επίσκεψή του στο Πεκίνο, τον Σεπτέμβριο του 2025, ο κ. Σι είχε χαρακτηρίσει τον κ. Πούτιν «παλιό του φίλο», έναν χαρακτηρισμό που δεν χρησιμοποίησε για τον Ντόναλντ Τραμπ κατά την πρόσφατη επίσκεψή του. Ο Πρόεδρος Πούτιν, ο οποίος έχει αποκαλέσει τον κ. Σι «αγαπητό φίλο», επιδιώκει να αναδείξει τη σταθερότητα των διμερών σχέσεων, ανεξαρτήτως της συνάντησης του Κινέζου Προέδρου με τον Αμερικανό ομόλογό του. Αν και η επίσκεψη του κ. Πούτιν δεν αναμένεται να έχει την ίδια λαμπρότητα με αυτή του κ. Τραμπ, η Πατρίσια Κιμ του Brookings Institution επισημαίνει ότι το Πεκίνο και η Μόσχα εκλαμβάνουν τους δεσμούς τους ως «πιο γερούς και σταθερούς» σε σύγκριση με τις σινοαμερικανικές σχέσεις. Η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών έχει ενισχυθεί μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Η Ρωσία, αντιμέτωπη με τη δυτική απομόνωση, έχει εντείνει την οικονομική της εξάρτηση από την Κίνα, η οποία έχει αναδειχθεί σε κύριο αγοραστή του ρωσικού πετρελαίου υπό κυρώσεις. Ενώ το Πεκίνο ζητεί σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών και ειρηνική επίλυση της ουκρανικής κρίσης, δεν έχει καταδικάσει τη ρωσική εισβολή. Το θέμα συζητήθηκε μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ, με την Πατρίσια Κιμ να εκτιμά ότι ο κ. Σι «θα μοιραστεί σίγουρα με τον κ. Πούτιν αυτό που ειπώθηκε». Η ίδια αναφέρει ότι η απουσία προόδου στις σινοαμερικανικές συνομιλίες για την Ουκρανία «καθησυχάζει τη Μόσχα ότι ο κ. Σι δεν συνήψε συμφωνία με τον κ. Τραμπ που θα έβλαπτε τα ρωσικά συμφέροντα». Ο Λάιλ Μόρις της Asia Society υπογραμμίζει την εξάρτηση της Ρωσίας από την οικονομική υποστήρεξη της Κίνας για τη συνέχιση της πολεμικής της προσπάθειας, καθιστώντας κρίσιμη τη διατήρηση της κινεζικής στήριξης.

 

Ο Πρόεδρος Πούτιν αναμένεται να ζητήσει ενημέρωση από τον κ. Σι σχετικά με τις κινεζικές πρωτοβουλίες στη Μέση Ανατολή, δεδομένου ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είχε εκφράσει την ελπίδα το Πεκίνο να αναλάβει «πρωταγωνιστικό ρόλο» στην περιοχή. Ωστόσο, σε σχέση με τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο στο Ιράν και τον αποκλεισμό του Στενού του Ορμούζ, οι δύο χώρες φαίνεται να έχουν αποκλίνουσες προσεγγίσεις. Ο Τζέιμς Σαρ από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της Νανγιάνγκ τονίζει ότι η Κίνα, εξαρτώμενη από την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, επιθυμεί τον τερματισμό του αποκλεισμού, ενώ η Ρωσία «επωφελείται οικονομικά» από την κατάσταση λόγω της χαλάρωσης των κυρώσεων στις ενεργειακές της προμήθειες. Ο Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών είχε δηλώσει τον Απρίλιο ότι η Μόσχα δύναται να «αντισταθμίσει» πιθανές κινεζικές ελλείψεις ενέργειας που προκαλούνται από τον πόλεμο στο Ιράν. Ο Τζόζεφ Γουέμπστερ του Atlantic Council εκτιμά ότι «η ενίσχυση των δεσμών στην ενέργεια θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό θέμα στη συνάντηση, με το Πεκίνο να επιδιώκει μεγαλύτερη πρόσβαση σε ρωσική ενέργεια». Για τη Μόσχα, η αύξηση των εξαγωγών πετρελαίου προς την Ανατολή εμφανίζεται ως ολοένα και πιο ελκυστική επιλογή, ενόψει των συνεχιζόμενων ουκρανικών επιθέσεων στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές.