Ο Ντόναλντ Τραμπ αυτοχαρακτηρίζεται «πρόεδρος της ειρήνης», ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται σε ρεπορτάζ του Geopolitical Economy Report, έχει διατάξει βομβαρδισμούς σε περισσότερες χώρες από κάθε άλλο Αμερικανό πρόεδρο. Παράλληλα, σχεδιάζει να αυξήσει τον αμερικανικό στρατιωτικό προϋπολογισμό από 1 τρισ. δολάρια σε 1,5 τρισ. δολάρια έως το 2027.
Εάν υλοποιηθεί η αύξηση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δαπανούν περισσότερα για την άμυνα από όλες τις άλλες χώρες του κόσμου μαζί, εξαιρουμένης της Κίνας, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Fortune.
Οι δηλώσεις περί «ειρηνοποιού» και οι επιχειρήσεις
Κατά την ομιλία του στην ορκωμοσία του τον Ιανουάριο του 2025, ο Τραμπ δήλωσε ότι θα είναι «ειρηνοποιός». Σε προεκλογική του ομιλία τον Νοέμβριο του 2024 υποστήριξε ότι κατά την πρώτη του θητεία «δεν είχαμε πολέμους» και διαβεβαίωσε: «Δεν πρόκειται να ξεκινήσω πόλεμο· θα σταματήσω τους πολέμους».
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, κατά τον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του οι ΗΠΑ βομβάρδισαν επτά χώρες: Ιράν, Ιράκ, Νιγηρία, Σομαλία, Συρία, Βενεζουέλα και Υεμένη. Εάν συνυπολογιστούν και οι δύο θητείες, ο αριθμός ανέρχεται σε δέκα χώρες, συμπεριλαμβανομένων Αφγανιστάν, Λιβύης και Πακιστάν.
Παράλληλα, ο Τραμπ έχει απειλήσει με στρατιωτικές ενέργειες κατά της Κολομβίας, της Κούβας, του Μεξικού και της Γροιλανδίας, ενώ έχει δηλώσει ότι επιθυμεί την ενσωμάτωση της Γροιλανδίας στις ΗΠΑ. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social τον Ιανουάριο του 2026, δημοσίευσε επεξεργασμένη εικόνα που τον έδειχνε στον Λευκό Οίκο δίπλα σε χάρτη με τον Καναδά, τη Γροιλανδία και τη Βενεζουέλα προσαρτημένες στις ΗΠΑ.
Οι συγκρίσεις με προηγούμενους προέδρους
Στο ρεπορτάζ επισημαίνεται ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις αποτελούν διαχρονικό χαρακτηριστικό της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Τζορτζ Γ. Μπους βομβάρδισε πέντε χώρες και εισέβαλε στο Ιράκ, ενώ ο Μπαράκ Ομπάμα –παρά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Ειρήνης– ενέκρινε βομβαρδισμούς σε επτά χώρες, μεταξύ αυτών Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Πακιστάν, Σομαλία, Συρία και Υεμένη.
Σύμφωνα με ερευνητές του Πανεπιστημίου Brown, οι πόλεμοι που διεξήχθησαν από τις ΗΠΑ τις δύο δεκαετίες μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 είχαν ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 4,5 εκατομμύρια θανάτους, σε συντηρητική εκτίμηση, ενώ 38 εκατομμύρια άνθρωποι εκτοπίστηκαν.
Πάνω από 500 βομβαρδισμοί σε 11 μήνες
Μόνο το 2025, στους πρώτους 11 μήνες της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ πραγματοποίησε περισσότερους από 500 βομβαρδισμούς, σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης ACLED (Armed Conflict Location and Event Data). Όπως μετέδωσε το CBC, επικαλούμενο τα ίδια δεδομένα, ο Τραμπ εξαπέλυσε περισσότερες αεροπορικές επιδρομές στους πρώτους έξι μήνες της δεύτερης θητείας του από όσες ο Τζο Μπάιντεν σε ολόκληρη την τετραετία του.
Στο ίδιο διάστημα, η Ουάσιγκτον συνέχισε να παρέχει στρατιωτική στήριξη στο Ισραήλ. Τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση Τραμπ πίεσε το Κογκρέσο να εγκρίνει πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού ύψους 6,4 δισ. δολαρίων.
Σε σχέση με τη Βενεζουέλα, αναφέρεται ότι στις 3 Ιανουαρίου 2026 οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στη χώρα, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πάνω από 100 άνθρωποι, μεταξύ αυτών και άμαχοι. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, επλήγησαν και μη στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όπως αποθήκη ιατρικού υλικού για ασθενείς σε αιμοκάθαρση και ερευνητικό κέντρο.
Στρατιωτικός προϋπολογισμός 1,5 τρισ. και παγκόσμιες δαπάνες
Το 2024 οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν σε 2,7 τρισ. δολάρια. Οι ΗΠΑ αντιστοιχούσαν στο 37% του συνόλου, σύμφωνα με στοιχεία του Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI). Το ίδιο έτος, οι αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν σε 997 δισ. δολάρια, έναντι 984 δισ. δολαρίων που δαπάνησαν αθροιστικά οι επόμενες εννέα χώρες με τις υψηλότερες δαπάνες.
Η Κίνα δαπάνησε 314 δισ. δολάρια το 2024, λιγότερο από το ένα τρίτο των ΗΠΑ, σύμφωνα με το SIPRI.
Το Fortune σημειώνει ότι προϋπολογισμός 1,5 τρισ. δολαρίων θα ξεπερνούσε τις συνδυασμένες στρατιωτικές δαπάνες των επόμενων 35 χωρών.
Χρέος, δασμοί και φορολογικές επιπτώσεις
Ο Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών θα συνοδευτεί από μείωση του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, σύμφωνα με έκθεση της ανεξάρτητης Committee for a Responsible Federal Budget, η αύξηση στα 1,5 τρισ. δολάρια θα προσθέσει 5,8 τρισ. δολάρια στο ομοσπονδιακό χρέος μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Η ίδια επιτροπή εκτιμά ότι τα έσοδα από δασμούς ανέρχονται περίπου σε 300 δισ. δολάρια ετησίως, ποσό χαμηλότερο από το πρόσθετο κόστος του αυξημένου προϋπολογισμού. Σύμφωνα με την Goldman Sachs, τουλάχιστον το 55% του κόστους των δασμών έχει επιβαρύνει Αμερικανούς καταναλωτές.
Παράλληλα, το φορολογικό πακέτο «One Big Beautiful Bill» αναμένεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς, να αυξήσει το ομοσπονδιακό χρέος κατά 5,5 τρισ. δολάρια έως το 2034. Το 69% των φορολογικών ελαφρύνσεων κατευθύνεται στο πλουσιότερο 20% των Αμερικανών, ενώ μόλις το 1% ωφελεί το φτωχότερο 20%. Λόγω των δασμών, το κατώτερο 95% των Αμερικανών εκτιμάται ότι θα δει ουσιαστικά αύξηση φορολογικής επιβάρυνσης.
Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση έχει περικόψει 186 δισ. δολάρια από το πρόγραμμα διατροφικής στήριξης SNAP.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η συνδυασμένη αύξηση στρατιωτικών δαπανών και φορολογικών μειώσεων για τα υψηλά εισοδήματα οδηγεί σε σημαντική επιβάρυνση του δημόσιου χρέους, την ώρα που περιορίζονται κοινωνικές δαπάνες.

