Νέος Ψυχρός Πόλεμος ΗΠΑ–Κίνας: Αγώνας ισχύος για τον έλεγχο της νέας παγκόσμιας τάξης και της διεθνούς επιρροής

Νέος Ψυχρός Πόλεμος ΗΠΑ–Κίνας: Αγώνας ισχύος για τον έλεγχο της νέας παγκόσμιας τάξης και της διεθνούς επιρροής

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διεξάγουν έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο απέναντι στην Κίνα, κάτι που, όπως επισημαίνεται, έχει αναγνωριστεί ανοιχτά στην Ουάσιγκτον εδώ και αρκετά χρόνια. Αν και η σύγκρουση αυτή παραπέμπει στον 20ό αιώνα, διαφέρει σε κρίσιμα σημεία από την αντιπαράθεση ΗΠΑ–Σοβιετικής Ένωσης.

σχετικά άρθρα

Οι ΗΠΑ αποτελούν τον πυρήνα του καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος, ενώ η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλιστική. Ωστόσο, το Πεκίνο δεν ηγείται ενός σοσιαλιστικού μπλοκ χωρών, ούτε δηλώνει πρόθεση «εξαγωγής» επανάστασης. Όπως είχε δηλώσει το 2017 ο Σι Τζινπίνγκ, «Δεν θα εισαγάγουμε τα μοντέλα άλλων χωρών, ούτε θα εξαγάγουμε το κινεζικό μοντέλο», προσθέτοντας ωστόσο ότι «θα προσφέρουμε περισσότερες ευκαιρίες στον κόσμο μέσω της ανάπτυξής μας».

Παρά τις διαφορές με τη Σοβιετική Ένωση, η σημερινή αντιπαράθεση διατηρεί έντονη ιδεολογική διάσταση. Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο προωθούν ριζικά διαφορετικά οράματα για τις διεθνείς σχέσεις και τη δομή της παγκόσμιας τάξης.

Σύμφωνα με την ανάλυση, το πολιτικό μοντέλο που επιδιώκουν να επιβάλουν οι ΗΠΑ βρίσκεται στον αντίποδα του μοντέλου που προβάλλει η Κίνα. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να επιδιώκει επιστροφή σε πρακτικές που θυμίζουν την αποικιοκρατική εποχή του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όταν οι δυτικές αυτοκρατορίες διαμοίραζαν τον κόσμο σε «σφαίρες επιρροής», περιορίζοντας την κυριαρχία χωρών του Παγκόσμιου Νότου.

Αντίθετα, η Κίνα — η οποία υπήρξε θύμα αποικιοκρατίας κατά τον λεγόμενο «Αιώνα της Ταπείνωσης» — αντιτίθεται στη δυτική ηγεμονία και υποστηρίζει ότι ο Παγκόσμιος Νότος πρέπει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε μια πιο δίκαιη διεθνή τάξη. Το Πεκίνο προωθεί ένα πολυπολικό σύστημα, στο οποίο όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως μεγέθους, διαθέτουν φωνή και ισότιμη εκπροσώπηση στους πολυμερείς θεσμούς.

Στην κινεζική προσέγγιση, η κυριαρχία θεωρείται θεμελιώδης αρχή, η οποία πρέπει να διασφαλίζεται μέσα από ένα σταθερό σύστημα διεθνούς δικαίου που δεσμεύει τόσο τις μεγάλες δυνάμεις όσο και τα μικρά κράτη.

Αντίθετες τοποθετήσεις στο Μόναχο

Οι δύο αυτές αντικρουόμενες αντιλήψεις αποτυπώθηκαν, σύμφωνα με το κείμενο, στις ομιλίες που εκφωνήθηκαν στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου το 2026.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, παρουσίασε μια ομιλία που χαρακτηρίζεται ως φιλο-αποικιοκρατική, καλώντας σε ανατροπή της αποαποικιοποίησης στον Παγκόσμιο Νότο, σε αναβίωση «των μεγάλων δυτικών αυτοκρατοριών» και στην οικοδόμηση «ενός νέου δυτικού αιώνα». Παράλληλα, φέρεται να χαρακτήρισε τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα ως σχέδιο «άθεων κομμουνιστών» και να επαίνεσε την ευρωπαϊκή κατάκτηση της αμερικανικής ηπείρου.

Στον αντίποδα, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, Ουάνγκ Γι, κατήγγειλε τον «νόμο της ζούγκλας και τη μονομέρεια», καλώντας σε ένα σύστημα «διεθνούς συνεργασίας» βασισμένο στη λογική του «win-win». Όπως δήλωσε, «Η μονοπώληση της παγκόσμιας ισχύος από έναν μικρό αριθμό χωρών δεν είναι δημοφιλής. Ζούμε σε έναν πολυπολικό κόσμο και πρέπει να εφαρμόσουμε πραγματική πολυμέρεια».

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι «οι παγκόσμιες υποθέσεις πρέπει να συζητούνται από όλους και το μέλλον του κόσμου να αποφασίζεται από όλους», προσθέτοντας ότι όλα τα κράτη οφείλουν να τηρούν τους ίδιους κανόνες, δηλαδή τις βασικές αρχές που απορρέουν από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, με ίσα δικαιώματα και ευκαιρίες, ιδίως για μικρά και μεσαία κράτη.

Η παράθεση των δύο ομιλιών αναδεικνύει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, την ιδεολογική τομή του λεγόμενου «Δεύτερου Ψυχρού Πολέμου»: το πολυπολικό μοντέλο που προωθεί η Κίνα βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το μονοπολικό σύστημα που υποστηρίζουν οι ΗΠΑ.

Δηλώσεις περί «υπερδύναμης» και Δόγμα Μονρόε

Η αμερικανική προσέγγιση αποτυπώθηκε επίσης σε δηλώσεις του αναπληρωτή προσωπάρχη πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ, Στίβεν Μίλερ. Σε συνέντευξή του στο CNN τον Ιανουάριο, υπερασπίστηκε την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν τον στρατό τους για να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους «χωρίς απολογία» στο ημισφαίριό τους.

«Είμαστε υπερδύναμη. Και υπό τον πρόεδρο Τραμπ, θα συμπεριφερόμαστε ως υπερδύναμη», ανέφερε χαρακτηριστικά, επικαλούμενος το Δόγμα Μονρόε και το λεγόμενο «Δόγμα Τραμπ» ως πλαίσιο υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων των ΗΠΑ. Σε ερώτηση για το αν κυρίαρχες χώρες πρέπει να μπορούν να αποφασίζουν μόνες τους, απάντησε ότι το μέλλον του «ελεύθερου κόσμου» εξαρτάται από την ικανότητα της Αμερικής να επιβάλλει τα συμφέροντά της.

Σύμφωνα με το κείμενο, οι θέσεις αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένες απόψεις, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη ιδεολογική κατεύθυνση που αποδίδεται σε κορυφαίους αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης.

Το κινεζικό αφήγημα περί κυριαρχίας και ιστορικής μνήμης

Από την πλευρά της, η Κίνα παρουσιάζει το όραμά της ως ριζικά αντίθετο προς τον ιμπεριαλισμό και την ηγεμονία, επικαλούμενη όχι μόνο ιδεολογικούς λόγους, αλλά και τη δική της ιστορική εμπειρία.

Κατά τον «Αιώνα της Ταπείνωσης», από τον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου το 1839 έως την επανάσταση του 1949, η χώρα βρέθηκε υπό μερική αποικιοκρατική κυριαρχία δυτικών δυνάμεων και της Ιαπωνίας. Μετά την ίδρυσή της το 1949, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας επιδίωξε, όπως υποστηρίζεται, να διασφαλίσει ότι αυτή η περίοδος δεν θα επαναληφθεί.

Το όραμα αυτό συνοψίστηκε στην ομιλία του Ουάνγκ Γι στο Μόναχο, η οποία παρουσιάζεται ως πλήρης αντίθεση προς τις τοποθετήσεις του Μάρκο Ρούμπιο.

Η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Κίνας, επομένως, δεν περιορίζεται σε γεωπολιτικό ανταγωνισμό, αλλά εκτείνεται σε σύγκρουση διαφορετικών αντιλήψεων για τη διεθνή τάξη: από τη μία, ένα μονοπολικό σύστημα με κεντρικό ρόλο των ΗΠΑ· από την άλλη, ένα πολυπολικό μοντέλο που προβάλλει την ισοτιμία κρατών, την πολυμέρεια και την έμφαση στην εθνική κυριαρχία.