Οι πιο ουσιαστικές μετατοπίσεις στην αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν εκδηλώνονται πάντοτε με ομιλίες υψηλού συμβολισμού, αλλά συχνά μέσα από τεχνικές αποφάσεις και κανονιστικές οδηγίες. Στις αρχές Φεβρουαρίου, δύο τέτοιες κινήσεις σηματοδότησαν αλλαγή κατεύθυνσης: εκτελεστικό διάταγμα του Λευκού Οίκου που δημιουργεί μηχανισμό επιβολής πρόσθετων δασμών — «για παράδειγμα 25%» — σε εισαγωγές από χώρες που κρίνεται ότι αποκτούν ιρανικά αγαθά ή υπηρεσίες, άμεσα ή έμμεσα, και παράλληλα οδηγία της Αμερικανικής Ναυτιλιακής Διοίκησης (MARAD) προς πλοία υπό αμερικανική σημαία να διατηρούν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από τα ιρανικά χωρικά ύδατα κατά τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ και τις γύρω θαλάσσιες διαδρομές.
Οι κινήσεις αυτές δεν συνιστούν στρατιωτική κλιμάκωση, αλλά διοικητικά μέτρα. Ωστόσο, αντανακλούν διεύρυνση της οικονομικής πίεσης, μεταφέροντας παράλληλα τον εμπορικό κίνδυνο σε ναυτιλιακές εταιρείες, ασφαλιστικές, τράπεζες και τρίτες χώρες. Πρόκειται για μια μορφή κλιμάκωσης χαμηλής έντασης που επιδρά σταδιακά στο παγκόσμιο εμπόριο.
Δασμοί ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής
Το διάταγμα της 6ης Φεβρουαρίου δεν επιβάλλει άμεσα οριζόντιους δασμούς, αλλά θεσπίζει προσαρμόσιμο μηχανισμό. Το Υπουργείο Εμπορίου προχωρά σε αρχική διαπίστωση για το αν μια χώρα αποκτά ιρανικά αγαθά ή υπηρεσίες, ενώ το Υπουργείο Εξωτερικών αποφασίζει εάν και σε ποιο βαθμό θα επιβληθούν πρόσθετοι δασμοί.
Η αρχιτεκτονική αυτή διευρύνει το πεδίο συμμόρφωσης πέρα από αμερικανικές επιχειρήσεις ή λιμάνια, αγγίζοντας διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού που συνδέονται με το δολάριο, τη ναυτιλία, την ασφάλιση ή τις τελικές αγορές. Πρόκειται για τη λογική της «δευτερογενούς πίεσης», όπου το κόστος επιβάλλεται σε φορείς εκτός της άμεσης δικαιοδοσίας των ΗΠΑ.
Έρευνες για τη συμμόρφωση σε καθεστώτα κυρώσεων έχουν καταδείξει ότι τράπεζες και επιχειρήσεις συχνά επιλέγουν υπερβολικά συντηρητική στάση («over-compliance») για να περιορίσουν νομικούς και φήμης κινδύνους, ακόμη και πέραν των ρητών απαιτήσεων. Αντίστοιχα, κατευθυντήριες γραμμές του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις επιχειρήσεις προειδοποιούν ότι η υπερσυμμόρφωση μπορεί να διευρύνει τις παράπλευρες επιπτώσεις και να διαταράξει νόμιμη οικονομική δραστηριότητα.
Ναυτιλιακές οδηγίες και επιπτώσεις στις αγορές
Η οδηγία της MARAD εστιάζει στον κίνδυνο παράνομων επιβιβάσεων, κρατήσεων ή κατασχέσεων πλοίων και συνιστά στα πλοία υπό αμερικανική σημαία να πλέουν πλησιέστερα στο Ομάν όταν κινούνται ανατολικά, να αρνούνται λεκτικά αιτήματα επιβίβασης, αλλά να μην προβάλλουν βίαιη αντίσταση εάν επιβιβαστούν.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα. Σύμφωνα με την Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας (EIA), το 2024 διέρχονταν από εκεί κατά μέσο όρο περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων. Επιπλέον, περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) διήλθε από τα Στενά το ίδιο έτος, κυρίως από το Κατάρ. Έκθεση της Υπηρεσίας Έρευνας του Κογκρέσου (CRS) επισημαίνει ότι τυχόν διαταραχές στο Ορμούζ μεταφράζονται ταχύτατα σε επιπτώσεις στις αγορές.
Η αύξηση του αντιλαμβανόμενου κινδύνου οδηγεί σε αναπροσαρμογή ασφαλίστρων και ναύλων. Τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου και τα ναύλα λειτουργούν ως άμεσος δείκτης γεωπολιτικής έντασης, με το κόστος να μετακυλίεται τελικά στους καταναλωτές.
Η αντίφαση με την ενεργειακή πολιτική
Την ίδια εβδομάδα, σύμφωνα με το Reuters, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε χαλάρωση ενεργειακών κυρώσεων προς τη Βενεζουέλα, εκδίδοντας άδειες που επιτρέπουν σε μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες να επανεκκινήσουν δραστηριότητες και να διαπραγματευθούν νέα έργα. Το μήνυμα που προκύπτει είναι ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί ταυτόχρονα να εντείνει την πίεση σε συναλλαγές που συνδέονται με το Ιράν και να σταθεροποιήσει τις ενεργειακές τιμές μέσω άλλων οδών.
Παράλληλα, η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (IEA) στην έκθεση Φεβρουαρίου 2026 προβλέπει αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου κατά περίπου 850.000 βαρέλια ημερησίως το 2026 και εκτιμά ότι η προσφορά θα υπερβαίνει τη ζήτηση, στοιχείο που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μείωνε τις πιέσεις στις τιμές. Ωστόσο, δημοσιεύματα του Reuters γύρω από την οδηγία για το Ορμούζ κατέδειξαν ότι οι τιμές του αργού κινούνται έντονα και μόνο με γεωπολιτικούς τίτλους, ακόμη και όταν τα θεμελιώδη μεγέθη δείχνουν επάρκεια.
Η απόκλιση αυτή υποδηλώνει ότι οι αγορές αντιδρούν περισσότερο στην αβεβαιότητα πολιτικής παρά στα ίδια τα αποθέματα ή τη ροή πετρελαίου.
Ζητήματα διακυβέρνησης και διαδικασίας
Η αυξημένη χρήση εκτελεστικών πράξεων και διοικητικών αποφάσεων για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής εγείρει ερωτήματα διακυβέρνησης. Το πλαίσιο των Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Resolution) και οι σχετικές πρωτοβουλίες στο Κογκρέσο για περιορισμό στρατιωτικών ενεργειών χωρίς έγκριση του Κογκρέσου καταδεικνύουν ότι το συνταγματικό ζήτημα παραμένει ενεργό.
Αν και τα μέτρα που λαμβάνονται δεν είναι στρατιωτικά, η ταχύτητα και η τεχνική φύση τους μπορούν να περιορίσουν τον δημόσιο έλεγχο και να καταστήσουν το πλαίσιο πιο αδιαφανές, ιδίως σε περιόδους κρίσης.
Συμπέρασμα
Μια εκστρατεία οικονομικής πίεσης χωρίς στρατιωτική εμπλοκή εξακολουθεί να συνιστά μορφή κλιμάκωσης. Δημιουργεί διάχυτο κόστος, ωθεί εταίρους σε δαπανηρές προσαρμογές και ενδέχεται να επιφέρει επιπτώσεις που δεν είναι εύκολα αναστρέψιμες.
Θεσμοί πολιτικής έχουν επισημάνει την ανάγκη πιο προσεκτικού σχεδιασμού και τακτικής αναθεώρησης των κυρώσεων, ώστε να περιορίζονται οι ακούσιες συνέπειες και να διατηρείται η αποτελεσματικότητα. Εάν ο στόχος είναι διατηρήσιμη πίεση και όχι μόνιμη αναταραχή, απαιτούνται σαφή κριτήρια επιτυχίας, καθορισμένα «σημεία εξόδου» και μηχανισμοί διαχείρισης εμπορικού κινδύνου. Διαφορετικά, η ενίσχυση της πίεσης μπορεί να αποδειχθεί ευκολότερη από τον έλεγχο των επιπτώσεων που θα προκύψουν.

