Από το 2022 και μετά, ο πόλεμος της Ρωσίας, οι μυστικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη και οι απαιτήσεις της Μόσχας για ευρύτερη σφαίρα επιρροής έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο ρωσικής επίθεσης σε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ. Αν σήμερα η Ευρώπη εμφανίζεται πιο προετοιμασμένη για ένα τέτοιο σενάριο, αυτό οφείλεται κυρίως στις προσπάθειες ορισμένων κρατών πρώτης γραμμής που ενισχύουν επειγόντως τις άμυνές τους, και όχι σε μια συνολική κινητοποίηση της δυτικής Ευρώπης, αναφέρει σε ανάλυσή του το Foreign Policy. Αντίθετα, το χάσμα μεταξύ των χωρών που αντιμετωπίζουν άμεσα τη ρωσική απειλή και εκείνων που καθυστερούν έχει διευρυνθεί.
Η Φινλανδία και η στρατηγική αποτροπής
Η Φινλανδία θεωρείται απίθανος στόχος επίθεσης, κυρίως λόγω της διαχρονικής της ετοιμότητας. Οι ένοπλες δυνάμεις και η κοινωνία της είναι προσανατολισμένες στην αντιμετώπιση της βασικής απειλής που αντιλαμβάνεται ότι προέρχεται από τη Ρωσία.
Παράλληλα, η χώρα επένδυσε έγκαιρα σε δυνατότητες πλήγματος σε βάθος. Η ενσωμάτωση πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Joint Air-to-Surface Standoff Missiles στην Πολεμική Αεροπορία ολοκληρώθηκε ήδη το 2018, πολύ πριν η κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία αναδείξει τη σημασία τέτοιων μέσων. Επιπλέον, έχουν δρομολογηθεί παραγγελίες για ακόμη μεγαλύτερου βεληνεκούς πυραύλους. Σύμφωνα με τη στρατηγική αυτή, η δυνατότητα πλήγματος εντός ρωσικού εδάφους θεωρείται κρίσιμη για την αποτροπή.
Οι Βαλτικές χώρες: προετοιμασία πέρα από την εικόνα «αδυναμίας»
Παρά τις συχνές απεικονίσεις τους ως μικρών και ευάλωτων κρατών, οι Βαλτικές χώρες δεν παραμένουν παθητικές. Η Εσθονία έχει επενδύσει σημαντικά σε δυνατότητες πλήγματος σε βάθος, παρά τους περιορισμένους πόρους της. Στόχος της είναι να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε ρωσική πρόκληση δεν θα περιοριστεί στο εσθονικό έδαφος, αλλά θα έχει άμεσες συνέπειες για τη Ρωσία.
Ως κράτος πρώτης γραμμής, η Εσθονία διατηρεί εδαφικές δυνάμεις άμυνας που μπορούν να κινητοποιηθούν άμεσα. Με δύναμη πολέμου 43.000 στρατιωτών και μεγάλο αριθμό εκπαιδευμένων εφέδρων, διαθέτει σημαντικά μεγαλύτερη άμεση επιχειρησιακή ικανότητα από αυτή που θα μπορούσαν να αναπτύξουν γρήγορα άλλοι Ευρωπαίοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, ακόμη και με την παρουσία προωθημένων δυνάμεων, όπως η βρετανική.
Στη Λετονία και τη Λιθουανία, η εικόνα είναι παρόμοια. Στη Λετονία ηγείται η καναδική διοίκηση της ενισχυμένης πολυεθνικής ταξιαρχίας του ΝΑΤΟ, ενώ στη Λιθουανία γερμανική ταξιαρχία αποτελεί τον πυρήνα μιας δύναμης που θα είναι πλήρως επιχειρησιακή έως το 2027. Ωστόσο, και ανεξαρτήτως της παρουσίας νατοϊκών μονάδων, τα δύο κράτη διαθέτουν κινητοποιημένες δυνάμεις ικανές να αντιδράσουν άμεσα σε περίπτωση κρίσης.
Πολωνία: ο ηγέτης του επανεξοπλισμού
Η Πολωνία αναδείχθηκε νωρίς ως ηγέτιδα δύναμη στον ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό, αυξάνοντας ραγδαία επενδύσεις σε εξοπλισμό και ανθρώπινο δυναμικό. Το 2025 διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό στρατιωτικών δαπανών ως προς το ΑΕΠ μεταξύ των κρατών του ΝΑΤΟ, περίπου 4,5%, ενώ το 54% των δαπανών κατευθύνεται σε οπλικά συστήματα και όχι σε μισθολογικό ή λειτουργικό κόστος.
Η χώρα διαθέτει τον τρίτο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και σχεδιάζει περαιτέρω ενίσχυση. Η πολιτική και κοινωνική στήριξη στην άμυνα είναι έντονη, με σαφή αντίληψη της απειλής.
Στο πλαίσιο αυτό, η Πολωνία αναγνωρίζει επίσης τη σημασία των επιθετικών δυνατοτήτων στην αποτροπή. Οι συζητήσεις για τον διάδρομο Σουβάλκι –τη στενή λωρίδα γης μεταξύ Λευκορωσίας και ρωσικού Καλίνινγκραντ– ως ευάλωτο σημείο του ΝΑΤΟ συχνά παραβλέπουν ότι η ίδια η άμυνα του Καλίνινγκραντ συνιστά πρόκληση για τη Ρωσία, ιδιαίτερα μετά τη μεταφορά μέρους της φρουράς του στην Ουκρανία.
Οχυρώσεις και αποχώρηση από τη Συνθήκη της Οτάβα
Οι τρεις Βαλτικές χώρες και η Πολωνία επενδύουν σε οχυρωματικά έργα κατά μήκος των συνόρων, αξιοποιώντας τα διδάγματα από την Ουκρανία, σύμφωνα με τα οποία οι ρωσικές δυνάμεις πρέπει να επιβραδύνονται από την αρχή μιας εισβολής.
Οι τέσσερις χώρες, μαζί με τη Φινλανδία, αποχώρησαν από τη Συνθήκη της Οτάβα για την απαγόρευση ναρκών κατά προσωπικού – συνθήκη που η Ρωσία δεν είχε υπογράψει – αποκτώντας επιπλέον εργαλείο καθυστέρησης ενδεχόμενης ρωσικής προέλασης.
Ευρωπαϊκές αδυναμίες και «συμμαχίες των πρόθυμων»
Η ανησυχία σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την αναπροσαρμογή της αμερικανικής πολιτικής ασφάλειας υπό την κυβέρνηση Τραμπ εστιάζει κυρίως στις δυνατότητες που παρέχουν οι αμερικανικές δυνάμεις. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, η Ευρώπη δεν χρειάζεται να αναπαραγάγει πλήρως τις αμερικανικές δυνατότητες. Αρκεί να καταστεί επαρκώς ισχυρή και ανθεκτική ώστε να πείσει τη Μόσχα ότι το κόστος κλιμάκωσης υπερβαίνει τα οφέλη.
Συνολικά, όμως, η Ευρώπη ως σύνολο δεν έχει αυξήσει ανάλογα τη στρατιωτική της ετοιμότητα. Η ασφάλεια της ηπείρου βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα φαίνεται να εξαρτάται από «συμμαχίες των πρόθυμων και ικανών», με βασικό ρόλο για τα κράτη της ανατολικής και βόρειας πτέρυγας που αντιμετωπίζουν άμεσα τη ρωσική απειλή.
Σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια βασίζεται ολοένα και περισσότερο στην αυτοβοήθεια, τα κράτη πρώτης γραμμής της Ευρώπης εμφανίζονται λιγότερο ευάλωτα από όσο συχνά παρουσιάζονται.

