Η Ευρώπη αναθεωρεί τη στάση της για κλιματισμό εν μέσω καύσωνα
Οι 45 θάνατοι στη Γαλλία, αποδιδόμενοι σε αιτίες σχετιζόμενες με τις υψηλές θερμοκρασίες, αναδεικνύουν τις ιδιαιτερότητες της ευρωπαϊκής προσέγγισης στον κλιματισμό και την ανάγκη για αναθεώρηση των υφιστάμενων πρακτικών.
Για δεκαετίες, στην Ευρώπη επικρατούσε η αντίληψη ότι ο κλιματισμός αποτελεί σε έναν βαθμό πολιτισμική πολυτέλεια. Ενώ στη Βόρεια Αμερική η ευρεία χρήση του ήταν δεδομένη, οι Ευρωπαίοι προτιμούσαν παραδοσιακές μεθόδους δροσισμού, όπως τα ανοιχτά παράθυρα, τα παντζούρια και οι ανεμιστήρες. Ωστόσο, η εντεινόμενη κλιματική αλλαγή φαίνεται να μεταβάλλει αυτή την παράδοση.
Σήμερα, η Ευρώπη αναδεικνύεται ως η ήπειρος με τον ταχύτερο ρυθμό θέρμανσης στον πλανήτη. Οι επιστημονικές προβλέψεις υποδεικνύουν ότι τα ακραία κύματα καύσωνα θα γίνονται ολοένα και συχνότερα, εντονότερα και μεγαλύτερης διάρκειας.
Οι πρόσφατες εβδομάδες λειτούργησαν ως νέα προειδοποίηση, με θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών να καταγράφονται σε πολλές χώρες. Η κατάσταση οδήγησε σε πρόωρο κλείσιμο σχολείων, περιορισμό της λειτουργίας μουσείων και δημόσιων υπηρεσιών, καθώς και σε σημαντική αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της εντατικότερης χρήσης συστημάτων ψύξης.
Παρά τη διαμορφούμενη νέα πραγματικότητα, η διείσδυση των κλιματιστικών συστημάτων στην Ευρώπη παραμένει σε εντυπωσιακά χαμηλά επίπεδα. Ενδεικτικά, περίπου το 20% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών διαθέτει κλιματισμό, έναντι 76% στη Βόρεια Αμερική. Αυτή η διαφορά δεν αποδίδεται μόνο σε οικονομικούς παράγοντες, αλλά και σε ζητήματα κουλτούρας.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο αριθμός των οικιακών κλιματιστικών αυξήθηκε από λιγότερα από 7 εκατομμύρια το 1990 σε περισσότερα από 57 εκατομμύρια το 2020. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πάνω από 100 εκατομμύρια μονάδες έως το 2030, με περίπου 70 εκατομμύρια να αφορούν κατοικίες, καλύπτοντας περισσότερο από το ένα τρίτο των ευρωπαϊκών νοικοκυριών. Συγκριτικά, στις ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το ποσοστό των νοικοκυριών με κλιματισμό κυμαινόταν μεταξύ 68%-72% (περίπου 65-70 εκατομμύρια). Το 2001 ανήλθε στο 77% και το 2020 έφτασε το 89%, δηλαδή σχεδόν 120 εκατομμύρια κατοικίες.
Εντός της Ευρώπης, η Ιταλία αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά κλιματισμού στην ΕΕ. Στην Ισπανία, η διείσδυση ανέρχεται περίπου στο 41%, ενώ στην Ελλάδα εκτιμάται ότι προσεγγίζει το 70%, καθιστώντας την μία από τις χώρες με την υψηλότερη χρήση κλιματισμού στην Ευρώπη. Αντιθέτως, στη Γερμανία μόλις το 19% των νοικοκυριών διαθέτει κλιματιστικό, αν και το ποσοστό καταγράφει ταχεία αύξηση. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ο κλιματισμός θεωρούνταν περιττός ή ακόμα και περιβαλλοντικά επιζήμιος. Ειδικότερα σε Γαλλία και Γερμανία, κυριαρχούσε η αντίληψη ότι η προσαρμογή στις υψηλές θερμοκρασίες πρέπει να γίνεται μέσω βελτιωμένου αστικού σχεδιασμού, σκίασης, αύξησης των πράσινων χώρων και βιοκλιματικών κτιρίων. Επιπλέον, ιστορικά κέντρα, όπως του Παρισιού, απαγορεύουν την εγκατάσταση κλιματιστικών μονάδων για τη διατήρηση του παραδοσιακού τοπίου.
Ολοένα και περισσότεροι ειδικοί επισημαίνουν ότι το ζήτημα δεν είναι πλέον η αναγκαιότητα του κλιματισμού στην Ευρώπη, αλλά ο τρόπος βιώσιμης χρήσης του. Οι υψηλές θερμοκρασίες υπερβαίνουν το απλό ζήτημα άνεσης, συνδέονται άμεσα με τη δημόσια υγεία, ιδίως για ευάλωτες ομάδες όπως οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και τα άτομα με χρόνια νοσήματα. Έρευνες υποδεικνύουν ότι η πρόσβαση σε επαρκή ψύξη μπορεί να μειώσει σημαντικά τους θανάτους που σχετίζονται με ακραίους καύσωνες.
Στη Βρετανία, ειδικοί εισηγούνται την εγκατάσταση συστημάτων ψύξης σε νοσοκομεία, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων και σχολικά κτίρια τις επόμενες δεκαετίες. Στην Αγγλία, σε ορισμένες περιοχές, γονείς χρηματοδοτούν την αγορά φορητών κλιματιστικών για σχολικές αίθουσες που κατά τους καλοκαιρινούς μήνες μετατρέπονται σε χώρους με ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες.
Ωστόσο, η ευρεία διάδοση των κλιματιστικών δημιουργεί και νέες προκλήσεις. Η αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ασκεί πίεση στα δίκτυα, συμβάλλοντας στην άνοδο των τιμών και στην αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ιδιαίτερα όταν η παραγωγή ενέργειας δεν προέρχεται από καθαρές πηγές. Επιπλέον, ειδικοί προειδοποιούν ότι η μαζική χρήση κλιματιστικών ενδέχεται να επιδεινώσει το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, καθώς οι μονάδες αποβάλλουν θερμότητα στο περιβάλλον.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η λύση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό μέτρων, που περιλαμβάνουν ενεργειακά αποδοτικά συστήματα ψύξης, ανακαινίσεις κτιρίων, βελτιωμένη μόνωση, καθώς και δενδροφυτεύσεις και αύξηση των πράσινων χώρων στις πόλεις.
Ο κλιματισμός, αν και δεν μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική απάντηση στην υπερθέρμανση του πλανήτη, φαίνεται πως θα αποτελεί αναπόφευκτο μέρος του ευρωπαϊκού μέλλοντος. Η Ευρώπη ενδέχεται να χρειαστεί να αναθεωρήσει την αντίληψη ότι ο κλιματισμός συνιστά αποκλειστικά σύμβολο υπερβολής ή καταναλωτικής κουλτούρας. Στην εποχή της κλιματικής κρίσης, μετατρέπεται σταδιακά σε βασικό εργαλείο προσαρμογής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε ζήτημα επιβίωσης.

