Η Αν Απλμπομ τονίζει τις απειλές για την ευρωπαϊκή ασφάλεια

Η Αν Απλμπομ τονίζει τις απειλές για την ευρωπαϊκή ασφάλεια

Η Αν Απλμπομ, βραβευμένη ιστορικός για θέματα Σοβιετικής Ένωσης και δημοκρατίας και δοκιμιογράφος του Atlantic, σε συνέντευξή της στα «ΝΕΑ» και συμμετέχοντας στο 30ό Athens Government Roundtable του Economist, δήλωσε ότι η έλλειψη ψηφιακής και αμυντικής αυτονομίας, καθώς και ο πολιτικός κατακερματισμός, αποτελούν σαφή απειλή για την Ευρώπη. Υπογράμμισε τη σημασία για όλους στην Ευρώπη να αντιληφθούν ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάστασή τους, ούτε η Ρωσία θα βελτιωθεί.

σχετικά άρθρα

Ως προς τις ευπάθειες της Ευρώπης, η Απλμπομ επεσήμανε τον πολιτικό κατακερματισμό, όχι μόνο μεταξύ των κρατών-μελών, αλλά και εντός αυτών. Ανέφερε ότι στα περισσότερα κράτη, με ορισμένες εξαιρέσεις όπως η Ελλάδα, υπάρχει τουλάχιστον ένα σημαντικό αντιευρωπαϊκό κόμμα ή κίνημα που επιδιώκει να υπονομεύσει τη σχέση της χώρας με την Ευρώπη, συχνά με ρωσική και πλέον αμερικανική υποστήριξη. Τέτοιες περιπτώσεις εντοπίζονται σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Πολωνία. Περισσότερες πληροφορίες για τις εσωτερικές δυναμικές της ένωσης μπορείτε να βρείτε στην κατηγορία Πολιτική.

Επιπλέον, η ιστορικός αναγνώρισε την ψηφιακή ή τεχνολογική ευπάθεια. Η Ευρώπη δεν διαθέτει δικές της εταιρείες τεχνολογίας ή μέσα κοινωνικής δικτύωσης που να καθορίζουν τις πολιτικές συζητήσεις, ούτε πρωτοστατεί στην Τεχνητή Νοημοσύνη και το cloud computing. Οι τεχνολογίες που αναπτύσσονται από Ευρωπαίους ελέγχονται είτε από τις ΗΠΑ είτε από την Κίνα, δίνοντας στις ΗΠΑ σημαντική πολιτική επιρροή στην Ευρώπη και καθιστώντας την ευάλωτη σε εκβιασμούς και απώλεια κυριαρχίας.

Μια τρίτη κρίσιμη ευπάθεια είναι η αμυντική κυριαρχία, η οποία συνδέεται επίσης με την τεχνολογία. Οι Ευρωπαίοι δεν παράγουν επαρκείς ποσότητες όπλων για την άμυνά τους και εξαρτώνται από τις ΗΠΑ για δορυφορικές απεικονίσεις και πληροφορίες. Η δημιουργία εναλλακτικών λύσεων θεωρείται επείγουσα. Η συνεργασία με τους Ουκρανούς, οι οποίοι βρίσκονται στην αιχμή πολλών αμυντικών τεχνολογιών, σηματοδοτεί μια αρχή αλλαγής. Αυτές οι ευπάθειες, μαζί με τον κατακερματισμό, καθιστούν την Ευρώπη ευάλωτη στη ρωσική, αλλά πλέον και στην αμερικανική επιρροή, ειδικά αν οι ΗΠΑ χρησιμοποιήσουν την αμυντική και πληροφοριακή τους τεχνολογία με τρόπους επιζήμιους για την Ευρώπη. Για εξελίξεις σε διεθνή ζητήματα άμυνας και ασφάλειας, επισκεφθείτε την ενότητα Διεθνή.

Σχετικά με την πρόοδο προς την ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία, η Απλμπομ σημείωσε ότι παρά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τα χρηματοδοτικά εργαλεία για κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες θεωρούν την άμυνα ως εθνικό προνόμιο. Ωστόσο, αρχίζει να διαμορφώνεται ένα νέο είδος συνεργασίας στην περιοχή της Βαλτικής, περιλαμβάνοντας χώρες όπως η Βαλτική, η Σκανδιναβία, πιθανώς το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Πολωνία, για τον συντονισμό πληροφοριών και άμυνας. Η Ευρώπη πρέπει να καταστεί αυτάρκης στην άμυνα, ιδίως καθώς η άμυνα αλλάζει ριζικά.

Τόνισε επίσης την αντιφατική πολιτική των ΗΠΑ: ενώ επιθυμούν την αμυντική αυτονομία της Ευρώπης, θέλουν να αγοράζει αμερικανικά όπλα και υποστηρίζουν φιλορωσικά και αντι-αμυντικά κόμματα στην Ευρώπη, όπως το AfD στη Γερμανία. Η Απλμπομ κατέστησε σαφές ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να αναγνωρίσουν ότι υπάρχει μια «διαφορετική Αμερική» και δεν μπορούν να προσποιούνται ότι οι προκλήσεις (όπως ο ρόλος των ΗΠΑ, η Ρωσία ή το ριζοσπαστικό Ισλάμ) θα εξαφανιστούν. Τα διακυβεύματα είναι σημαντικά.

Όσον αφορά τον διάλογο με τη Ρωσία, η Αν Απλμπομ δήλωσε ότι δεν έχει αντίρρηση να συνομιλήσει κανείς με τους Ρώσους, καθώς και οι Ουκρανοί διατηρούν επικοινωνίες για θέματα όπως οι αιχμάλωτοι πολέμου. Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με την ίδια, είναι ποιον ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η Ευρώπη και πώς μπορεί να είναι χρήσιμη. Προτιμά έναν διαπραγματευτή όπως ο Αντόνιο Κόστα να ανοίξει ένα κανάλι επικοινωνίας εκ μέρους της ΕΕ, και όχι μόνο της Δυτικής Ευρώπης, καθώς η Νότια και η Ανατολική Ευρώπη είναι ζωτικής σημασίας για την επίλυση του πολέμου. Οι πραγματικές διαπραγματεύσεις, ωστόσο, μπορούν να ξεκινήσουν μόνο όταν οι Ρώσοι σταματήσουν να πολεμούν, απαιτώντας πίεση προς αυτή την κατεύθυνση.