Γερμανία: Πρόθυμη για κατάπαυση πυρός στο Ιράν, αλλά χωρίς στρατηγική εξόδου

Γερμανία: Πρόθυμη για κατάπαυση πυρός στο Ιράν, αλλά χωρίς στρατηγική εξόδου

Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για την έλλειψη σαφούς στρατηγικής εξόδου στη σύγκρουση που αφορά το Ιράν, δηλώνοντας παράλληλα την ετοιμότητα του Βερολίνου να υποστηρίξει κάθε ειρηνευτική προσπάθεια. Οι δηλώσεις του έγιναν την Πέμπτη, μετά από συνάντηση με τον Αυστραλό ομόλογό του, Ρίτσαρντ Μαρλς, στην Καμπέρα.

σχετικά άρθρα

«Δεν υπάρχει στρατηγική, δεν υπάρχει σαφής στόχος και το χειρότερο από τη δική μου οπτική είναι ότι δεν υπάρχει στρατηγική εξόδου», τόνισε ο Πιστόριους, υπογραμμίζοντας την κρισιμότητα της κατάστασης. Πρόσθεσε δε, ότι η Γερμανία είναι «έτοιμη να διασφαλίσει οποιαδήποτε ειρήνη». Εάν επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός, το Βερολίνο είναι πρόθυμο να συζητήσει κάθε είδους επιχείρηση για την εδραίωση της ειρήνης και την κατοχύρωση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, ιδίως στον Πορθμό του Ορμούζ, αν και τόνισε ότι «η ώρα δεν έχει έρθει ακόμη».

Ο Γερμανός υπουργός απηύθυνε έκκληση για άμεση κατάπαυση του πυρός, απευθύνοντας το μήνυμά του κυρίως προς το Ιράν, αλλά και προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγκτσί, είχε δηλώσει την Τετάρτη ότι δεν προτίθεται να διαπραγματευτεί με την Ουάσιγκτον.

Ο Πιστόριους επεσήμανε τους κινδύνους που εγκυμονεί η σύγκρουση: «[Η σύγκρουση] αποτελεί έναν πραγματικά τεράστιο κίνδυνο για την αύξηση της αστάθειας στην περιοχή, και αυτό έχει πάντα επιπτώσεις, όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, για ολόκληρο τον κόσμο». Επανέλαβε την ολοένα και πιο κριτική στάση της Γερμανίας απέναντι στον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, μια στάση που έχει ενταθεί τις τελευταίες εβδομάδες. «Δεν μας συμβουλεύτηκαν προηγουμένως, κανείς δεν μας ρώτησε. Δεν είναι ο δικός μας πόλεμος, και γι’ αυτό δεν θέλουμε να εμπλακούμε σε αυτόν τον πόλεμο, για να το ξεκαθαρίσουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Τέλος, ο υπουργός Άμυνας υπογράμμισε τον οικονομικό αντίκτυπο της σύγκρουσης, περιγράφοντάς την ως «καταστροφή για τις οικονομίες του κόσμου». Πρόσθεσε ότι «οι επιπτώσεις είναι ήδη εμφανείς μετά από λίγο περισσότερο από δύο εβδομάδες».