Η παραίτηση του Τζο Κεντ, ανώτερου αξιωματούχου της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας των ΗΠΑ, ο οποίος είχε εκφράσει την αντίθεσή του στον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράν, λαμβάνει νέες διαστάσεις, καθώς αποκαλύφθηκε ότι ερευνάται από το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) για φερόμενη διαρροή απόρρητων πληροφοριών.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα των Semafor και CBS News, η έρευνα είχε ξεκινήσει πριν από την αποχώρησή του από τη θέση του διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, όπου επέβλεπε την ανάλυση των τρομοκρατικών απειλών. Το FBI αρνήθηκε να σχολιάσει την ύπαρξη ή το περιεχόμενο της έρευνας.
Η αποκάλυψη αυτή έρχεται ενώ ο κ. Κεντ, το πρώτο υψηλόβαθμο μέλος της κυβέρνησης που παραιτήθηκε λόγω του πολέμου, παραχώρησε την πρώτη του συνέντευξη μετά την αποχώρησή του. Μιλώντας στον παρουσιαστή Τάκερ Κάρλσον, υποστήριξε ότι οι διαφωνούντες αποκλείστηκαν από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων που οδήγησε στις αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι «σε μεγάλο μέρος των βασικών υπευθύνων λήψης αποφάσεων δεν επιτράπηκε να εκφράσουν τη γνώμη τους στον πρόεδρο» και ότι «δεν υπήρξε ουσιαστική συζήτηση».
Ο κ. Κεντ απέφυγε να επικρίνει ευθέως τον πρόερα, ωστόσο περιέγραψε έναν Λευκό Οίκο όπου ο Τραμπ στηριζόταν σε στενό κύκλο συμβούλων, παραμερίζοντας αξιωματούχους που αμφισβητούσαν τόσο τις πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών όσο και τη στρατηγική λογική των επιθέσεων.
Κατά τον κ. Κεντ, το χέρι του Τραμπ «ουσιαστικά πιέστηκε από το Ισραήλ». Δήλωσε ότι «οι Ισραηλινοί οδήγησαν στην απόφαση να ληφθεί αυτή η δράση», υποστηρίζοντας ότι ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου και άλλοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι άσκησαν πιέσεις στον πρόεδρο με ισχυρισμούς που δεν συνάδουν με τα καθιερωμένα κανάλια πληροφοριών. Πρόσθεσε ότι «οι ισραηλινοί αξιωματούχοι – μερικοί από τις μυστικές υπηρεσίες, μερικοί από την κυβέρνηση – θα πάνε σε αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης και θα πουν κάθε είδους πράγματα που γνωρίζουμε από τις μυστικές μας υπηρεσίες ότι απλά δεν είναι αλήθεια».
Οι δηλώσεις του κ. Κεντ προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, καθώς επικριτές υποστήριξαν ότι οι αναφορές σε «ισραηλινό λόμπι» αγγίζουν προσβλητικές εκφράσεις. Ο κ. Κάρλσον έχει αντιμετωπίσει παρόμοια κριτική. Ο κ. Κεντ δεν διευκρίνισε ποιος του εμπόδισε την πρόσβαση στον πρόεδρο, αλλά αναφέρθηκε σε δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και του προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον, ως ενδεικτικές της επιρροής του Ισραήλ στο χρονοδιάγραμμα των επιθέσεων.
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν διαφορετικούς στόχους. Τόνισε ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι στο Πεντάγωνο και στις υπηρεσίες πληροφοριών θα έλεγαν ότι εμείς και οι Ισραηλινοί έχουμε διαφορετικό στόχο εδώ», και συμπλήρωσε ότι «δεν πιστεύω ότι ο στόχος μας έχει καθοριστεί με σαφήνεια, επειδή αποφεύγουμε την αλλαγή καθεστώτος. Οι Ισραηλινοί δεν αποφεύγουν την αλλαγή καθεστώτος».
Ο κ. Κεντ εξήγησε ότι παραιτήθηκε όταν αντιλήφθηκε πως οι ανησυχίες του αγνοούνταν. «Ξέρω ότι αυτός ο δρόμος που ακολουθούμε δεν λειτουργεί», είπε. «Δεν μπορώ να συμμετέχω σε αυτό με καθαρή συνείδηση.» Στο παρελθόν, ως μέλος των Πράσινων Μπερέ, συμμετείχε σε 11 αποστολές πριν αποστρατευτεί για να ενταχθεί στη CIA. Έχει βιώσει προσωπική τραγωδία, καθώς η σύζυγός του, κρυπτογράφος του Ναυτικού, σκοτώθηκε το 2019 στη Συρία από βομβιστή αυτοκτονίας, αφήνοντάς τον με δύο μικρούς γιους. Ο κ. Κεντ, σήμερα 45 ετών, έχει ξαναπαντρευτεί.
Το έργο του κ. Κεντ στο Εθνικό Κέντρο Αντιτρομοκρατίας εποπτευόταν από τη διευθύντρια εθνικών πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ, η οποία είχε δηλώσει ότι εναπόκειται αποκλειστικά στον Τραμπ να αποφασίσει αν το Ιράν αποτελεί απειλή. Η κυρία Γκάμπαρντ, βετεράνος και πρώην βουλευτής από τη Χαβάη, είχε κατά το παρελθόν επικρίνει τις συζητήσεις περί στρατιωτικών επιθέσεων στο Ιράν.
Μετά την παραίτηση του κ. Κεντ, ο Λευκός Οίκος αντέδρασε έντονα. Ο πρόεδρος Τραμπ τον χαρακτήρισε «αδύναμο σε θέματα ασφάλειας», επιμένοντας ότι το Ιράν αντιπροσωπεύει «τεράστια απειλή» και συμπλήρωσε πως «αν κάποιος δεν πίστευε ότι ήταν απειλή, δεν θέλουμε αυτούς τους ανθρώπους».

