Έρευνα Ευρωβαρόμετρου αποκαλύπτει αποδοχή θεωριών συνωμοσίας στην Ελλάδα

Έρευνα Ευρωβαρόμετρου αποκαλύπτει αποδοχή θεωριών συνωμοσίας στην Ελλάδα
Έρευνα Ευρωβαρόμετρου αποκαλύπτει αποδοχή θεωριών συνωμοσίας στην Ελλάδα

Δύο ισχυρισμοί, συγκεκριμένα «η θεραπεία για τον καρκίνο υπάρχει, αλλά αποκρύπτεται από το κοινό λόγω οικονομικών συμφερόντων» και «οι ιοί παράγονται σε κρατικά εργαστήρια με στόχο να περιοριστεί η ελευθερία των πολιτών», αποτελούν αντικείμενο ανάλυσης σε πρόσφατη έρευνα. Αν και αυτές οι δηλώσεις θα μπορούσαν να απορριφθούν από έναν ορθολογικά σκεπτόμενο πολίτη, τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό Ευρωπαίων τις αποδέχεται, είτε τη μία είτε και τις δύο.

σχετικά άρθρα

Οι δύο αυτές ερωτήσεις εντάχθηκαν σε έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, η οποία αποσκοπούσε στην καταγραφή των γνώσεων και των στάσεων των πολιτών απέναντι στην επιστήμη και την τεχνολογία. Η ανάλυση των απαντήσεων αναδεικνύει έναν ευρωπαϊκό χάρτη ευαλωτότητας σε ανορθολογικές και συνωμοσιολογικές αντιλήψεις. Διεθνή στοιχεία αυτής της φύσης είναι κρίσιμα για την κατανόηση των κοινωνικών τάσεων.

Η έρευνα εστίασε στους πολίτες που απάντησαν θετικά και στους δύο ισχυρισμούς: αφενός ότι υπάρχει θεραπεία για τον καρκίνο, η οποία αποκρύπτεται για εμπορικούς λόγους, και αφετέρου ότι οι ιοί δημιουργίζονται σε κυβερνητικά εργαστήρια και διαδίδονται με στόχο τον περιορισμό της ελευθερίας. Αυτές οι αντιλήψεις παρατηρούνται πανευρωπαϊκά, με τη γεωγραφική τους κατανομή να εμφανίζει σημαντικές διαφοροποιήσεις.

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα είναι η κατάταξη της Ελλάδας μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά αποδοχής και των δύο ισχυρισμών. Οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ιδίως τα Βαλκάνια, παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά αποδοχής των εν λόγω θεωριών. Ακολουθούν, σε αξιοσημείωτο βαθμό, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Αντιθέτως, οι σκανδιναβικές καθώς και αρκετές χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης καταγράφουν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά.

Ειδικότερα, το 56,7% των Βουλγάρων, το 56,1% των Κυπρίων και το 45,4% των Ελλήνων αποδέχονται αμφότερες τις προτάσεις ως αληθείς. Αντίθετα, στη Φινλανδία το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 6,2%, στη Σουηδία σε 4,5% και στη Δανία σε 3,7%.

Αυτό το εύρημα είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για τη δημοκρατική λειτουργία των κοινωνιών. Όταν ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών υιοθετεί λανθασμένες ή συνωμοσιολογικές αντιλήψεις, ο δημόσιος διάλογος δυσχεραίνεται και η διαμόρφωση κοινά αποδεκτών θέσεων καθίσταται πιο περίπλοκη. Σχετικές απόψεις για ζητήματα όπως τα εμβόλια, η πανδημία ή ο καρκίνος έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί και από πολιτικούς φορείς ή εντός κοινοβουλίων.

Ο πολιτικός αυτοπροσδιορισμός

Ένα κρίσιμο ερώτημα αφορά την κατανομή αυτών των αντιλήψεων σε σχέση με τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό. Η ανάλυση στοχεύει στην καλύτερη κατανόηση της ευαλωτότητας στις θεωρίες συνωμοσίας και της ένταξής τους στον πολιτικό και κοινωνικό χάρτη της Ευρώπης.

Η έρευνα εξέτασε τη σχέση μεταξύ του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού (Αριστερά, Κεντροαριστερά, Κέντρο, Κεντροδεξιά, Δεξιά) και της στάσης των πολιτών απέναντι στους δύο συνωμοσιολογικούς ισχυρισμούς. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι διαφορές μεταξύ των πέντε πολιτικών κατηγοριών είναι περιορισμένες. Η εικόνα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ομοιόμορφη, υποδηλώνοντας ότι κανένας συγκεκριμένος ιδεολογικός χώρος δεν συγκεντρώνει αποκλειστικά την αποδοχή των συγκεκριμένων ισχυρισμών.

Αυτό το εύρημα δεν υποδηλώνει ότι η πολιτική τοποθέτηση είναι άνευ σημασίας για τη συνωμοσιολογική σκέψη, αλλά ότι, όσον αφορά τους δύο συγκεκριμένους ισχυρισμούς, δεν αποτελεί επαρκή ερμηνεία. Η ευαλωτότητα στην παραπληροφόρηση και στον ανορθολογισμό φαίνεται να διαπερνά οριζόντια το πολιτικό φάσμα, πιθανώς συνδεόμενη με παράγοντες όπως το επίπεδο επιστημονικού γραμματισμού, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, την εκπαίδευση, την κοινωνική ανασφάλεια και τους τρόπους ενημέρωσης.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι μόνο περίπου ένας στους πέντε πολίτες απορρίπτει και τους δύο ισχυρισμούς. Αν και η αναλογία διαφέρει ελαφρά μεταξύ των πολιτικών κατηγοριών, το γενικό μοτίβο παραμένει σταθερό: η πλήρης απόρριψη των δύο συνωμοσιολογικών προτάσεων συνιστά μειοψηφική στάση, ενώ η αποδοχή τουλάχιστον μίας είναι πολύ πιο διαδεδομένη.

Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Η δημοκρατική συζήτηση προϋποθέτει ένα ελάχιστο κοινό έδαφος πραγματικών δεδομένων. Όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας εκκινούν από ασύμβατες αντιλήψεις για την πραγματικότητα, η διαφωνία δεν αφορά πλέον μόνο τις πολιτικές επιλογές ή τις αξίες, αλλά και τα ίδια τα γεγονότα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανταλλαγή επιχειρημάτων δυσχεραίνεται και η πόλωση ευνοείται. Η επίδραση αυτών των αντιλήψεων στην Πολιτική ζωή είναι σημαντική.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να περιοριστεί σε αποσπασματικές εκστρατείες «διόρθωσης» ψευδών ειδήσεων. Απαιτεί μακροχρόνια επένδυση στην εκπαίδευση, στην κριτική σκέψη και στον επιστημονικό γραμματισμό, καθώς και μεγαλύτερη συνέπεια από πολιτικά κόμματα, μέσα ενημέρωσης και δημόσιους θεσμούς. Επιπλέον, κρίνεται απαραίτητη η διαφάνεια και η αξιοπιστία, καθώς οι πολίτες δυσκολεύονται να πειστούν από θεσμούς που θεωρούν αναξιόπιστους ή απομακρυσμένους από την καθημερινότητά τους.

Το πρόβλημα περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος της ενημέρωσης διακινείται μέσω των κοινωνικών δικτύων, όπου η πληροφορία διαδίδεται ταχέως, συχνά χωρίς επαρκή έλεγχο, και η επανάληψη ενός ισχυρισμού μπορεί να του προσδώσει επίφαση αλήθειας. Παρατηρείται το παράδοξο πολλοί πολίτες να δηλώνουν χαμηλή εμπιστοσύνη στα κοινωνικά δίκτυα, εντούτοις να τα χρησιμοποιούν ως κύρια πηγή ενημέρωσης.

Οι συνέπειες αυτών των αντιλήψεων δεν είναι αμελητέες, καθώς μπορούν να επηρεάσουν αποφάσεις σε ζητήματα δημόσιας υγείας, εκλογική συμπεριφορά, εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στάσεις απέναντι σε διεθνείς ή εθνικές κρίσεις. Συνεπώς, ο ανορθολογισμός δεν αποτελεί απλώς ένα περιθωριακό πολιτισμικό φαινόμενο, αλλά ζήτημα δημοκρατικής ανθεκτικότητας.

Το βασικό συμπέρασμα είναι διττό: αφενός, οι συγκεκριμένες συνωμοσιολογικές πεποιθήσεις δεν περιορίζονται σε μία πολιτική παράταξη· αφετέρου, η ενίσχυση του ορθολογικού και τεκμηριωμένου διαλόγου απαιτεί κοινή και διαρκή προσπάθεια από το σύνολο της κοινωνίας. Σημειώνεται ότι ο χαρακτηρισμός «συνωμοσιολογικές αντιλήψεις» στην παρούσα ανάλυση αφορά αποκλειστικά την αποδοχή των δύο συγκεκριμένων ισχυρισμών της έρευνας και δεν συνιστά συνολική διάγνωση της προσωπικότητας ή των ευρύτερων πεποιθήσεων των ερωτηθέντων. Η ανάλυση βασίζεται σε στοιχεία που παρέθεσε ο Αντώνης Παπακώστας, διδάκτωρ Πληροφορικής και επιστημονικός συνεργάτης στο ΕΛΙΑΜΕΠ.