Η Μεταπολίτευση σηματοδότησε την αποκρυστάλλωση της γεωπολιτικής ταυτότητας της Ελλάδας και την αποσαφήνιση του πλέγματος των συμμαχιών της.
Τρεις είναι οι βασικοί πυλώνες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 1974. Ο πρώτος άξονας αφορά την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ), γεγονός που αποτελεί σταθμό για τη διεθνή θέση της χώρας. Συνέβαλε στη σταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών, τη βελτίωση των οικονομικών προοπτικών, την εθνική ασφάλεια και την εξισορρόπηση της μονοδιάστατης εξάρτησης από τις ΗΠΑ, μειώνοντας την ανάγκη της Ελλάδας να αναζητά προστάτιδες δυνάμες, όπως είχε τονίσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι η μετατόπιση της απειλής ενάντια στα εθνικά συμφέροντα από τον Βορρά προς την Ανατολή. Μετά το 1974, καθίσταται σαφές ότι η κυρίαρχη απειλή για την ελληνική ασφάλεια προέρχεται εξ ανατολών, από την Τουρκία, παρά το ψυχροπολεμικό περιβάλλον της εποχής. Αυτό συνιστά θεμελιώδη αλλαγή για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική.
Το τρίτο στοιχείο είναι ότι από το 1974 και μετά, πέραν της συμμετοχής στους δυτικούς θεσμούς, η ελληνική εξωτερική πολιτική απέκτησε πολυδιάστατο χαρακτήρα. Η προσέγγιση και τα μέσα που εφάρμοσε η χώρα μας βασίστηκαν, κατά κύριο λόγο, στην επίκληση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και την αξιοποίηση της πολυμερούς διπλωματίας στους διεθνείς θεσμούς, τακτική που ακολουθούν συνήθως τα μικρά κράτη.
Στο παρόν διεθνές περιβάλλον, η αποσάθρωση της μεταπολεμικής τάξης έχει δημιουργήσει συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, διαμόρφωσης σφαιρών επιρροής και χρήσης ωμής ισχύος για τη διευθέτηση διεθνών διαφορών. Οι σταθερές και οι συμμαχίες επί των οποίων οικοδομήθηκε η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας τίθενται υπό αμφισβήτηση. Αυτό το νέο πλαίσιο εγείρει προκλήσεις τόσο για την εξωτερική πολιτική όσο και για την εθνική στρατηγική της χώρας. Η Ελλάδα υποστηρίζει τη θεσμική ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στον τομέα της άμυνας και ασφάλειας. Ωστόσο, η πρόοδος σε αυτή την κατεύθυνση είναι αργή. Επιπλέον, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας ενέχει τον κίνδυνο ανάμειξης της Τουρκίας σε ζητήματα ευρωπαϊκής άμυνας μέσω μιας «συμμαχίας των προθύμων».
Παράλληλα, η αποστασιοποίηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τους Ευρωπαίους συμμάχους τους συντελείται ταυτόχρονα με την ενίσχυση της στρατιωτικής και ενεργειακής παρουσίας τους στην Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή. Αυτό δεν δημιουργεί, επί του παρόντος, διλήμματα επιλογής για την Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση ότι η απαγκίστρωση των ΗΠΑ από την Ευρώπη θα είναι σταδιακή και συνεργατική. Σε ένα πλαίσιο «εξευρωπαϊσμού» του NATO, όπου η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες και αναλαμβάνει κρίσιμες διοικητικές και επιχειρησιακές ευθύνες εντός της Συμμαχίας, καθίσταται εφικτή η μετατόπιση του γεωπολιτικού ενδιαφέροντος των ΗΠΑ προς την Ασία και την Κίνα. Επώδυνες επιλογές θα προέκυπταν μόνο στην απίθανη περίπτωση μιας ολοσχερούς ευρωαμερικανικής ρήξης.
Η Ελλάδα, ευρισκόμενη στο μεταίχμιο τριών ηπείρων και στο επίκεντρο μιας εύθραυστης ζώνης γεωπολιτικής αστάθειας, αντιμετωπίζει ως σοβαρότερη και αμεσότερη απειλή την Τουρκία. Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, το ενεργειακό ζήτημα και η μεταναστευτική πίεση προσθέτουν νέες σοβαρές προκλήσεις. Σε αυτό το νέο διεθνές περιβάλλον, η προσκόλληση στα μέσα της προηγούμενης τάξης πραγμάτων κρίνεται επικίνδυνη. Πέραν της αξιοποίησης της συμμετοχής της σε Ευρώπη και ΝΑΤΟ, καθώς και του πλέγματος των αναπτυγμένων διμερών αμυντικών σχέσεων, η Ελλάδα οφείλει να ενισχύσει την αμυντική της αυτονομία και τη στρατηγική της ανθεκτικότητα. Αυτό περιλαμβάνει την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, της εφοδιαστικής επάρκειας και της τεχνολογικής αυτονομίας. Οι συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή καταδεικνύουν ότι οι νέες τεχνολογίες παρέχουν στα μικρά κράτη τη δυνατότητα να πολλαπλασιάσουν την αμυντική τους ισχύ και την αποτρεπτική τους αξιοπιστία με σχετικά χαμηλό κόστος.
Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» και πρώην υπουργός, υπογράφει την ανάλυση.
