ΔΣΑ προσφεύγει στο Στρασβούργο για υποκλοπές και κράτος δικαίου

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ) προετοιμάζεται να μεταφέρει τη νομική μάχη για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών στο Δικαστήριο του Στρασβούργου

ΔΣΑ προσφεύγει στο Στρασβούργο για υποκλοπές και κράτος δικαίου

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ) προετοιμάζεται να μεταφέρει τη νομική μάχη για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξή της ως μία «βαθιά θεσμική πληγή για το κράτος δικαίου στη χώρα μας».

σχετικά άρθρα

Την προσφυγή εκ μέρους του μεγαλύτερου επιστημονικού συλλόγου της χώρας ανακοίνωσε, κατά τη διάρκεια σημερινής συνέντευξης Τύπου, ο ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος. Ο κ. Αλιβιζάτος εκπροσωπεί και τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, στην προσφυγή που έχει ήδη καταθέσει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για την ίδια υπόθεση, μετά τη δικαίωσή του από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η συνέντευξη Τύπου οργανώθηκε από τον ΔΣΑ μετά την πρόσφατη απόφασή του να ζητήσει την υποβολή αιτήματος παραίτησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αυτή η απόφαση ελήφθη με αφορμή τη διάταξή του να μην ανασυρθεί από το αρχείο η δικογραφία για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, παρά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, η οποία ζητούσε τη διερεύνηση και νέων αδικημάτων, όπως αυτό της κατασκοπίας, καθώς και νέων προσώπων.

Κοινός παρονομαστής των τοποθετήσεων των ομιλητών ήταν οι επιπτώσεις των αποφάσεων της δικαιοσύνης για μία υπόθεση που «κλονίζει τα θεμέλια του πολιτεύματος». Όλοι έστρεψαν τα πυρά τους στην πρόσφατη απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επισημαίνοντας παράλληλα τον κίνδυνο της παραγραφής, η οποία έχει ήδη οδηγήσει στην παραγραφή μεγάλου αριθμού αδικημάτων.

Ο Πρόεδρος του ΔΣΑ, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, αναφέρθηκε στη συνολική στάση του Διοικητικού Συμβουλίου, τονίζοντας ότι «όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εξέφρασαν την άποψη ότι απαιτείται η περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης». Όπως επεσήμανε, η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, παρά την προηγούμενη αρχειοθέτηση από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, «κατέστησε επιτακτική την ανάγκη πλήρους και διαφανούς διερεύνησης όλων των πτυχών της υπόθεσης και της απόδοσης ευθυνών, όπου αναλογούν». Αναφερόμενος στη στάση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Τζαβέλλα, υπογράμμισε ότι «η απόφασή του να διατηρήσει την υπόθεση στο αρχείο, μάς βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους», προσθέτοντας ότι αυτή «προσκρούει στο ποινικό δόγμα, στο κράτος δικαίου και στην πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Παράλληλα, έθεσε ζήτημα δεοντολογίας, σημειώνοντας ότι «ο συγκεκριμένος εισαγγελέας θα όφειλε να απέχει από τον χειρισμό της υπόθεσης».

Από την πλευρά της, η Αντιπρόεδρος του ΔΣΑ, Χριστίνα Τσαγκλή, έκανε λόγο για «απόπειρα συγκάλυψης που κλονίζει τα θεμέλια του πολιτεύματος», αναδεικνύοντας το εύρος της σύγκλισης εντός του οργάνου. Επισήμανε ότι «23 στους 25 συναδέλφους στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ συνέκλιναν σε ένα πράγμα», και συγκεκριμένα ότι «στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε μια μείζονα παραβίαση του κράτους δικαίου και της θεσμικής αποστολής της ηγεσίας της εισαγγελικής αρχής». Και πρόσθεσε: «Η άρνηση του εισαγγελέα να εκπληρώσει το κατά νόμο καθήκον του σε μια τόσο σημαντική υπόθεση αποτελεί κατά την άποψή μας θεσμική εκτροπή».

Ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών, Νίκος Αλιβιζάτος, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις εκκρεμείς νομικές υποθέσεις που συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με το ζήτημα των υποκλοπών, αναδεικνύοντας την ευρωπαϊκή διάσταση της υπόθεσης. Όπως ανέφερε, υπάρχουν δύο υποθέσεις γενικότερου ενδιαφέροντος που παραμένουν εκκρεμείς ενώπιον του ΕΔΔΑ. Η πρώτη αφορά στο ζήτημα των ανεξάρτητων αρχών και ειδικότερα στις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1639/2024 και 1641/2024, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι προσφυγές του ΔΣΑ σχετικά με τον διορισμό μελών στην ΑΔΑΕ και το ΕΣΡ. Το ΣτΕ έκρινε ότι ο ΔΣΑ δεν είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση των αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης για τους διορισμούς αυτούς. Ο κ. Αλιβιζάτος σημείωσε ότι μετά την απόρριψη αυτή, η υπόθεση οδηγήθηκε στο Στρασβούργο και βρίσκεται πλέον στο στάδιο της ανταλλαγής υπομνημάτων. Η δεύτερη υπόθεση, όπως είπε, αφορά ευθέως στις υποκλοπές και ειδικότερα στην άρνηση της ΕΥΠ να γνωστοποιήσει στον Νίκο Ανδρουλάκη τους λόγους για τους οποίους τέθηκε υπό παρακολούθηση, την περίοδο κατά την οποία ήταν υποψήφιος για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. «Το ελληνικό Δημόσιο δίνει λυσσαλέα μάχη» τόνισε ο κ. Αλιβιζάτος, ενώ στάθηκε ιδιαίτερα και στην πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν δύο πρόσφατες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, που αποκτούν κρίσιμη σημασία για την αξιολόγησή της. Σύμφωνα με τον κ. Αλιβιζάτο, αυτές οι δύο αποφάσεις δημιουργούν ένα σημαντικό ευρωπαϊκό υπόβαθρο ελέγχου αντίστοιχων πρακτικών και στην ελληνική υπόθεση.

Από την πλευρά του, ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, Αντώνης Ρουπακιώτης, έθεσε ζήτημα συνταγματικής αναθεώρησης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη θεσμικών αλλαγών στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Όπως ανέφερε, «ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος θα πρέπει να πιεστούν οι πολιτικοί φορείς», προκειμένου να εξεταστεί εκ νέου το ισχύον πλαίσιο, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι η αναθεώρηση πρέπει να αφορά «ιδίως στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης».

Ο Θανάσης Καμπαγιάννης, συνήγορος Πολιτικής Αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής, χαρακτήρισε την παρέμβαση του ΔΣΑ ως στάση θεσμικής ευθύνης, στηρίζοντας παράλληλα τη θέση του Συλλόγου ότι η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου συνιστά «θεσμική εκτροπή».

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Θεόδωρος Μαντάς, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΔΣΑ, ανέφερε ότι ο Σύλλογος έχει καθήκον να παρεμβαίνει, όταν ανακύπτουν ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της λειτουργίας των θεσμών. «Δεν τελειώσαμε με τη δημόσια παρέμβασή μας. Ο χρόνος τρέχει λόγω των παραγραφών και δεν έχουμε την πολυτέλεια καθυστερήσεων», συμπλήρωσε, αναφερόμενος στον μεγάλο αντίπαλο έναντι των επόμενων κινήσεων στη «σκακιέρα» της δικαιοσύνης.

Από την πλευρά του, ο γενικός γραμματέας του ΔΣΑ, Κώστας Καρέτσος, σημείωσε ότι στόχος της συνέντευξης Τύπου ήταν η πλήρης ενημέρωση της κοινής γνώμης για μια υπόθεση που, όπως υποστήριξε, πλήττει το κράτος δικαίου και τη Δημοκρατία, προσθέτοντας ότι η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών άνοιξε τον δρόμο για ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης.