Η Αθήνα και η Λευκωσία βρίσκονται κοντά σε συμφωνία για την άμεση παραχώρηση σημαντικού αριθμού αρμάτων μάχης τύπου Leopard 1A5 από τον Ελληνικό Στρατό στην Εθνική Φρουρά της Κύπρου. Πηγές της Εθνικής Φρουράς, ερωτηθείσες από «ΤΑ ΝΕΑ», ανέφεραν ότι δεν σχολιάζουν εξοπλιστικά ζητήματα, ακολουθώντας πάγια πρακτική. Στρατιωτικές πηγές στην Αθήνα υπαινίχθηκαν ότι οι διαβουλεύσεις συνεχίζονται και οι λεπτομέρειες της εν λόγω κίνησης βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση.
Η κίνηση αυτή κρίνεται αναγκαία καθώς η Εθνική Φρουρά καλείται να αντικαταστήσει, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, δύο Επιλαρχίες Μέσων Αρμάτων, αποτελούμενες από 82 άρματα μάχης T-80 ρωσικής προέλευσης, τα οποία υπάγονται στην 20ή Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία. Η ροή ανταλλακτικών και η γενικότερη υποστήριξή τους έχουν καταστεί προβληματικές, με τη λειτουργία τους να εξαρτάται από το υψηλό επίπεδο των Κυπρίων αρματιστών και των τεχνικών κλιμακίων.
Σημειώνεται ότι τα τεθωρακισμένα που θα παραχωρηθούν στην Εθνική Φρουρά, σύμφωνα με πληροφορίες, θα υποβληθούν σε αναβαθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της τοποθέτησης πλακών ενεργού θωράκισης, πριν από τη μεταφορά τους στην Κύπρο. Επιπλέον, η Κυπριακή Δημοκρατία θα αποκτήσει σύντομα τέσσερα συστήματα anti-drone «Κένταυρος» από την Αθήνα.
Αυτά τα οπλικά συστήματα, σε συνδυασμό με την απόκτηση αντιαεροπορικών – αντιβαλλιστικών συστημάτων BARAK MX και σύγχρονων ραντάρ από το Ισραήλ, καθώς και σύγχρονων επιθετικών ελικοπτέρων, εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος της Λευκωσίας. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει και τη γεωστρατηγική ενδυνάμωση συμμαχιών με χώρες όπως οι ΗΠΑ, για τις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία έχει καταστεί ιδιαίτερα σημαντική στους σχεδιασμούς τους στη Μέση Ανατολή μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, και η Γαλλία. Οι ενέργειες αυτές λαμβάνουν χώρα εν μέσω αυξημένων τουρκικών προκλήσεων κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής τις τελευταίες ημέρες.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ισραηλινός αναλυτής Σάι Γκαλ, σε δηλώσεις του στα «ΝΕΑ», σημειώνει ότι η Ουάσιγκτον δημιουργεί πρόσβαση, υποδομές, εναλλαγή, πρωτοποθέτηση και δυνατότητα χρήσης μέσω της βάσης της RAF στο Ακρωτήρι, καθιστώντας την Κύπρο επιχειρησιακά κρίσιμη χωρίς επίσημη ανακήρυξή της ως βάσης. Αυτός ο παράγοντας, σύμφωνα με τον Γκαλ, εξηγεί την στενή παρακολούθηση της Κύπρου από την Τουρκία, υπογραμμίζοντας ότι η γεωπολιτική μετατόπιση είναι υπαρκτή, αν και δεν ανακοινώνεται επισήμως.
Παράλληλα, η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Γαλλίας και Κύπρου ενισχύεται σταθερά. Στις 15 Απριλίου, ο Γαλλικός Στρατός ανακοίνωσε κοινή άσκηση με την Εθνική Φρουρά στην Κύπρο, ενώ στις 23 Μαρτίου είχε προηγηθεί η ολοκλήρωση της άσκησης «THEMIS-01/26» μεταξύ των δύο χωρών, επίσης σε κυπριακά πεδία ασκήσεων.
Επιπροσθέτως, από τις 15 Απριλίου έως το τέλος του μήνα, έχουν δεσμευτεί δύο εκτενείς περιοχές δυτικά και νοτιοδυτικά της Κύπρου για αεροναυτικές ασκήσεις της Γαλλίας. Η παρουσία του αεροπλανοφόρου «Σαρλ ντε Γκωλ» στην περιοχή εκλαμβάνεται ως σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα, ότι οι αναθεωρητικές της βλέψεις στην περιοχή δεν θα γίνουν ανεκτές. Νωρίτερα, στις 8 Απριλίου, το Γαλλικό Πολεμικό Ναυτικό πραγματοποίησε ασκήσεις με μονάδες του στην περιοχή νοτίως της Ρόδου και του Καστελλορίζου, έπειτα από σχετικό αίτημα στην Αθήνα, υπενθυμίζοντας στην Τουρκία την ελληνική δικαιοδοσία για την έκδοση NAVTEX σε αυτή την περιοχή.
Η πίεση προς την Άγκυρα συνεχίζεται και από το Ηνωμένο Βασίλειο. Το Βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό διεξήγαγε ασκήσεις πυρών χθες και σήμερα, ζητώντας από την Αθήνα, βάσει της διεθνούς νομιμότητας, τη δέσμευση δύο περιοχών στο βορειοανατολικό Κρητικό Πέλαγος, στα όρια με το Καρπάθιο. Οι περιοχές αυτές περιλαμβάνουν τις νησίδες Χαμηλή, Ζαφορά, Σοφράνο, Διβούνια, Αυγό, τις οποίες η Τουρκία ισχυρίζεται ότι ανήκουν στη «Γαλάζια Πατρίδα» και τις εντάσσει στη στρατηγική των «Γκρίζων Ζωνών». Η κίνηση αυτή πραγματοποιήθηκε παρότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι εταίρος της Τουρκίας σε εξοπλιστικά προγράμματα, όπως το μαχητικό KAAN και τα Eurofighter.
Σε αντίθετη κατεύθυνση, η Τουρκία ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αυξήσει τον αριθμό των Ταξιαρχιών Καταδρομών από 25 σε 40 έως το 2030. Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία μονάδων με υψηλή εξειδίκευση και δυνατότητα ταχείας αντίδρασης, συνδυαζόμενη με την αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού για το 2026. Πηγές στην Αθήνα επισημαίνουν επίσης την αύξηση των Ταξιαρχιών των Τούρκων Πεζοναυτών από μία σε τρεις.
