Το Κογκρέσο ανοίγει νέο μέτωπο και η Mercedes βρίσκεται στο μέσον του του ψυχρού πολέμου της αυτοκίνησης
Νομοθετική πρωτοβουλία στις ΗΠΑ βάζει στο στόχαστρο αυτοκινητοβιομηχανίες με σημαντική κινεζική συμμετοχή, δημιουργώντας πρωτοφανή αβεβαιότητα για έναν από τους ισχυρότερους παίκτες της παγκόσμιας premium αγοράς
Η Mercedes-Benz βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο μιας πολιτικής και γεωπολιτικής σύγκρουσης που θα μπορούσε να έχει τεράστιες συνέπειες για την παρουσία της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αιτία είναι ένα νέο νομοθετικό σχέδιο που προωθείται στο αμερικανικό Κογκρέσο και το οποίο στοχεύει να περιορίσει την επιρροή χωρών όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία.
Αν εγκριθεί στην τρέχουσα μορφή του, θα μπορούσε θεωρητικά να απαγορεύσει σε ορισμένες εταιρείες να εισάγουν, να πωλούν ή ακόμη και να κατασκευάζουν οχήματα στις ΗΠΑ. Το πρόβλημα για τη Mercedes-Benz δεν βρίσκεται στην παραγωγή της ή στην τεχνολογία των αυτοκινήτων της, αλλά στη μετοχική της σύνθεση.
Σήμερα, περίπου το 19,67% της Mercedes-Benz Group ελέγχεται από δύο κινεζικές πλευρές. Η κρατική BAIC κατέχει περίπου 9,98%, ενώ ο Li Shufu, ιδρυτής της Geely, ελέγχει ποσοστό κοντά στο 9,69%. Το άθροισμα ξεπερνά το όριο του 15% που προβλέπεται από το υπό συζήτηση νομοθετικό πλαίσιο. Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, αυτοκινητοβιομηχανίες που θεωρείται ότι βρίσκονται υπό σημαντική επιρροή «αντιπάλων χωρών» θα μπορούσαν να αποκλειστούν από την αμερικανική αγορά για αρκετά χρόνια.
Η μετοχική σύνθεση μετατρέπεται σε επιχειρηματικό πονοκέφαλο
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή η Mercedes-Benz δεν είναι ένας ξένος κατασκευαστής που απλώς εξάγει αυτοκίνητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εταιρεία διαθέτει εδώ και δεκαετίες μεγάλη παραγωγική παρουσία στην Αλαμπάμα, όπου κατασκευάζονται μεταξύ άλλων τα δημοφιλή SUV GLE και GLS.
Η μονάδα της Tuscaloosa αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους βιομηχανικούς κόμβους της Mercedes παγκοσμίως και απασχολεί χιλιάδες εργαζομένους. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η νομοθεσία ενδέχεται να τροποποιηθεί ή να αποκτήσει εξαιρέσεις πριν φτάσει στην τελική μορφή της.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Mercedes βρίσκεται καν στη συζήτηση δείχνει πόσο δραστικά έχει αλλάξει το πολιτικό κλίμα γύρω από τις κινεζικές επενδύσεις στη Δύση. Η ίδια η Mercedes έχει δηλώσει ότι βρίσκεται σε επαφή με Αμερικανούς νομοθέτες και εμφανίζεται βέβαιη ότι θα βρεθεί λύση. Παρ’ όλα αυτά, η εταιρεία δεν μπορεί να αγνοήσει τον κίνδυνο, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν μία από τις σημαντικότερες αγορές της.
Το ζήτημα ξεπερνά μία μόνο εταιρεία
Το πραγματικό ενδιαφέρον της υπόθεσης δεν αφορά μόνο τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία. Η νομοθετική πρωτοβουλία αποκαλύπτει πόσο στενά συνδέονται πλέον η αυτοκινητοβιομηχανία, η τεχνολογία και η γεωπολιτική. Τα τελευταία χρόνια η Ουάσιγκτον έχει αυξήσει σημαντικά τους περιορισμούς γύρω από κινεζικές τεχνολογίες, λογισμικό και συστήματα συνδεδεμένων οχημάτων. Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να επεκτείνει αυτή τη λογική και στη μετοχική δομή των εταιρειών και η Mercedes δεν είναι η μόνη που θα μπορούσε να επηρεαστεί.
Αναφορές στις ΗΠΑ επισημαίνουν ότι και άλλοι κατασκευαστές με σημαντικούς δεσμούς με κινεζικά κεφάλαια ενδέχεται να βρεθούν στο μικροσκόπιο, μεταξύ αυτών η Volvo, η Lotus και μικρότερες εταιρείες του κλάδου. Η συζήτηση έρχεται μάλιστα σε μια δύσκολη περίοδο για τη Mercedes-Benz.
Η εταιρεία προσπαθεί ήδη να διαχειριστεί πιέσεις από τους αμερικανικούς δασμούς, αυξημένο ανταγωνισμό στην Κίνα και επιβράδυνση σε βασικές αγορές. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι παγκόσμιες πωλήσεις της μειώθηκαν κατά 6%, ενώ στην κινεζική αγορά η πτώση έφτασε το 27%.
Όταν οι επενδυτές γίνονται παράγοντας εθνικής στρατηγικής
Για δεκαετίες οι αυτοκινητοβιομηχανίες αξιολογούνταν κυρίως με βάση τα προϊόντα, τις πωλήσεις και την τεχνολογία τους. Σήμερα όμως ένα ακόμη στοιχείο αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία: ποιος κατέχει τις μετοχές τους. Η υπόθεση της Mercedes δείχνει ότι η παγκοσμιοποίηση που χαρακτήρισε τη βιομηχανία τα τελευταία τριάντα χρόνια αρχίζει να συναντά πολιτικά και γεωστρατηγικά όρια.
Ακόμη κι αν το νομοσχέδιο αλλάξει, αποκτήσει εξαιρέσεις ή τελικά δεν εγκριθεί ποτέ, το μήνυμα που εκπέμπεται προς την παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία είναι σαφές. Οι κυβερνήσεις δεν εξετάζουν πλέον μόνο πού κατασκευάζεται ένα αυτοκίνητο ή ποια τεχνολογία χρησιμοποιεί. Εξετάζουν και ποιος βρίσκεται πίσω από το μετοχολόγιο.