Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί σοβαρούς φόβους για μια πρωτοφανή ενεργειακή κρίση, με αναλυτές να προειδοποιούν ότι οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμη και το αραβικό εμπάργκο πετρελαίου του 1973 ή τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου το 1990.
Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να εμπλακούν στρατιωτικά στο Ιράν έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου βρίσκονται κοντά στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 40 ετών. Τα αποθέματα ανέρχονται σήμερα περίπου στα 415 εκατ. βαρέλια, όταν το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας θεωρεί ότι το ελάχιστο «ασφαλές» επίπεδο σε περίοδο ειρήνης είναι περίπου 500 εκατ. βαρέλια.
Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα κρίσιμη μεταβλητή: τη διακοπή της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ο επικεφαλής ανάλυσης αγορών πετρελαίου της S&P Global Energy, Τζιμ Μπέρκχαρντ, προειδοποίησε ότι εάν η μείωση της κίνησης δεξαμενόπλοιων συνεχιστεί για περισσότερο από μία εβδομάδα, οι επιπτώσεις θα είναι ιστορικές για την αγορά ενέργειας. Όπως σημείωσε, εάν η διακοπή παραταθεί ακόμη περισσότερο, τότε η κατάσταση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κρίση άνευ προηγουμένου για τη σύγχρονη αγορά πετρελαίου.
Από την έναρξη της σύγκρουσης δεν έχει περάσει κανένα δεξαμενόπλοιο υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από το στενό, σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας παρακολούθησης φορτίων Vortexa που επικαλείται η Telegraph. Η εταιρεία προειδοποίησε ότι δεν υπάρχει τρόπος να αντικατασταθούν οι ποσότητες LNG που εξάγει το Κατάρ μέσω της συγκεκριμένης διαδρομής, γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει άμεση και σοβαρή αναταραχή στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου.
Μερικά δεξαμενόπλοια πετρελαίου έχουν καταφέρει να περάσουν από την περιοχή, ωστόσο η κατάσταση θεωρείται εξαιρετικά εύθραυστη. Οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν έχουν προειδοποιήσει ότι θα «κάψουν οποιοδήποτε πλοίο» επιχειρήσει να κινηθεί προς ή από τον Περσικό Κόλπο.
Η αναταραχή έχει ήδη εκτινάξει το κόστος ναύλωσης μεγάλων δεξαμενόπλοιων. Σύμφωνα με το Lloyd’s List, τα ημερήσια ναύλα στον δείκτη VLCC έχουν φτάσει τα 420.000 δολάρια, αν και πολλοί αναλυτές σημειώνουν ότι το ύψος των ναύλων έχει μικρή σημασία, καθώς η διαδρομή θεωρείται πλέον ουσιαστικά μη ασφαλίσιμη.
Η αναλύτρια της RBC Capital, Χελίμα Κροφτ, εκτίμησε ότι οι ενεργειακές εξαγωγές της Μέσης Ανατολής έχουν μετατραπεί προσωρινά σε «παγιδευμένα περιουσιακά στοιχεία», μέχρι να υπάρξει σχέδιο προστασίας της ναυσιπλοΐας από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα προσφέρει ασφαλιστική κάλυψη σε πλοία που θα διασχίζουν το στενό, μέσω του διεθνούς επενδυτικού οργανισμού των ΗΠΑ, με «πολύ λογικό κόστος». Παράλληλα, δεσμεύθηκε ότι το αμερικανικό ναυτικό θα συνοδεύει δεξαμενόπλοια για να διασφαλίσει τη μεταφορά πετρελαίου.
Παρά τα μέτρα αυτά, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η ενεργειακή αγορά ενδέχεται να αντιμετωπίσει «διαδοχικές διακοπές» κρίσιμων προμηθειών. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Ήδη στην Ευρώπη οι τιμές φυσικού αερίου έχουν σημειώσει μεγάλη άνοδο, με τα συμβόλαια αναφοράς TTF να έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από τα μέσα Φεβρουαρίου. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι οι διεθνείς τιμές LNG θα μπορούσαν να αυξηθούν ακόμη περισσότερο, φτάνοντας έως και τα 25 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει εξαιρετικά υψηλό κόστος για την αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου πριν από τον επόμενο χειμώνα.
Η ενεργειακή κρίση ενδέχεται να επιδεινωθεί περαιτέρω λόγω επιθέσεων με drones. Επιθέσεις που αποδίδονται στο Ιράν οδήγησαν στο κλείσιμο του τερματικού εξαγωγών LNG στο Ras Laffan του Κατάρ, καθώς και του μεγάλου σαουδαραβικού διυλιστηρίου Ras Tanura.
Η χρήση μεγάλου αριθμού φθηνών drones δημιουργεί νέα δεδομένα στον πόλεμο. Αναλυτές επισημαίνουν ότι τα σμήνη drones μπορούν να εξαντλήσουν γρήγορα τα αποθέματα ακριβών πυραύλων αναχαίτισης αεράμυνας των ΗΠΑ, σε μια μορφή ασύμμετρης φθοράς που περιγράφεται ως «πυροβολώντας χρυσό εναντίον πλαστικού».
Σύμφωνα με αναφορές, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν πυραύλους Patriot αξίας περίπου 4 εκατ. δολαρίων για την κατάρριψη ιρανικών drones Shahed-136, τα οποία κοστίζουν περίπου 20.000 δολάρια.
Οι ανησυχίες εντείνονται από το ενδεχόμενο επιθέσεων στις εγκαταστάσεις πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας. Η περιοχή γύρω από το Abqaiq φιλοξενεί το μεγαλύτερο σύμπλεγμα πετρελαϊκών αγωγών και εγκαταστάσεων επεξεργασίας στον κόσμο και έχει βρεθεί στο παρελθόν στο στόχαστρο επιθέσεων από φιλοϊρανικές ομάδες.
Παράλληλα, η ενεργειακή ισορροπία επηρεάζεται και από τις στρατηγικές αποθήκευσης πετρελαίου. Ενώ τα αμερικανικά αποθέματα παραμένουν χαμηλά, η Κίνα έχει ενισχύσει σημαντικά τα δικά της στρατηγικά αποθέματα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το Πεκίνο αύξανε τα αποθέματά του κατά περίπου ένα εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως τον τελευταίο χρόνο και έχει συγκεντρώσει τουλάχιστον 1,5 δισ. βαρέλια.
Η ύπαρξη αυτών των μεγάλων αποθεμάτων επιτρέπει στην Κίνα να απορροφήσει ευκολότερα ένα παγκόσμιο ενεργειακό σοκ, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι υψηλές τιμές καυσίμων θα μπορούσαν να προκαλέσουν ισχυρές πολιτικές πιέσεις.
Για πολλές χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας, η κρίση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση της ευπάθειας που δημιουργεί η εξάρτηση από πετρέλαιο και φυσικό αέριο από μια από τις πιο ασταθείς περιοχές του πλανήτη.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να επιταχύνει την παγκόσμια στροφή προς εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Η Κίνα, πολλές χώρες της Ασίας και μεγάλο μέρος της Ευρώπης αναμένεται να εντείνουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, πυρηνική ενέργεια και ηλεκτροκίνηση, περιορίζοντας σταδιακά την εξάρτησή τους από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο μεγάλος χαμένος της κρίσης ενδέχεται να αποδειχθεί τελικά η ίδια η παγκόσμια βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου.

