Η μεγαλύτερη διαταραχή που έχει καταγραφεί ποτέ στην αγορά πετρελαίου φαίνεται πως δεν πλήττει πρωτίστως το αργό, αλλά τα προϊόντα διύλισης, με τις επιπτώσεις να είναι εντονότερες σε καύσιμα όπως το ντίζελ και το καύσιμο αεριωθούμενων. Αυτό επισημαίνει η Goldman Sachs, υπογραμμίζοντας ότι το σοκ που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει ήδη αλλάξει τις ισορροπίες στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Οι τιμές των προϊόντων διύλισης έχουν αυξηθεί πολύ περισσότερο από το αργό πετρέλαιο, σημειώνουν οι αναλυτές της τράπεζας, εστιάζοντας στις σοβαρές διαταραχές που καταγράφονται στην προμήθεια μεσαίου και βαρέος αργού. Πρόκειται για τύπους πετρελαίου που είναι κρίσιμοι για την παραγωγή βασικών καυσίμων, όπως το ντίζελ, το jet fuel και το μαζούτ, γεγονός που εντείνει τον κίνδυνο ελλείψεων και εκτίναξης τιμών.
Το αργό πετρέλαιο διακρίνεται σε διαφορετικές «πυκνότητες», με το βαρύ να είναι πιο ιξώδες και το ελαφρύ πιο ρευστό, χαρακτηριστικά που καθορίζουν τη χρήση του στη διύλιση. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα βαρέος αργού πλήττει άμεσα την παραγωγή κρίσιμων καυσίμων, εντείνοντας τις πιέσεις σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει βαθιά αναστάτωση στις διεθνείς αγορές. Η διακοπή ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ – απ’ όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής – αποτελεί κομβικό πλήγμα, ενώ επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές έχουν οδηγήσει σε μείωση παραγωγής και παύση λειτουργίας διυλιστηρίων. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαταραχή εφοδιασμού στην ιστορία.
Παρά το γεγονός ότι το Brent έχει ενισχυθεί κατά περισσότερο από 40% και διαπραγματεύεται πλέον πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, η πραγματική πίεση εντοπίζεται στα καύσιμα, με τις τιμές σε ορισμένες ασιατικές αγορές να έχουν ακόμη και διπλασιαστεί. Χώρες όπως η Νότια Κορέα, η Κίνα και η Ταϊλάνδη έχουν ήδη περιορίσει τις εξαγωγές καυσίμων για να προστατεύσουν τις εγχώριες αγορές τους.
Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι κανένα προϊόν ή γεωγραφική περιοχή δεν παραμένει ανεπηρέαστη, καθώς οι εξαγωγικές δυνατότητες των χωρών του Περσικού Κόλπου έχουν πληγεί σημαντικά. Οι διακοπές στη λειτουργία διυλιστηρίων και η μείωση των ροών βαρέος αργού επιτείνουν το πρόβλημα, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι σχεδόν το 60% των εξαγωγών της περιοχής αφορά αυτούς τους τύπους πετρελαίου, με περιορισμένες εναλλακτικές πηγές εκτός Μέσης Ανατολής.
Παράλληλα, η κρίση επεκτείνεται και σε άλλα προϊόντα, όπως η νάφθα, βασική πρώτη ύλη για την πετροχημική βιομηχανία. Η Ασία καλύπτει σχεδόν το 50% των αναγκών της σε νάφθα από τον Περσικό Κόλπο, ενώ η Ευρώπη εξαρτάται κατά 40% από την περιοχή για καύσιμα αεροσκαφών, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για περαιτέρω ανατιμήσεις και πιέσεις στη βιομηχανία και τις μεταφορές.
Συνολικά, το ενεργειακό σοκ αποκτά πλέον πιο σύνθετα χαρακτηριστικά, καθώς δεν περιορίζεται στην άνοδο του αργού, αλλά μεταφέρεται με μεγαλύτερη ένταση στα τελικά καύσιμα, επηρεάζοντας άμεσα την πραγματική οικονομία και δημιουργώντας νέες προκλήσεις για επιχειρήσεις, καταναλωτές και αγορές.

