ΔΝΤ: Ανθεκτική η παγκόσμια οικονομία, αλλά πληθαίνουν οι κίνδυνοι

ΔΝΤ: Ανθεκτική η παγκόσμια οικονομία, αλλά πληθαίνουν οι κίνδυνοι

Την αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας, παρά τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, τις πληθωριστικές πιέσεις και το υψηλό δημόσιο χρέος, υπογράμμισε ο πρόεδρος της Διεθνούς Νομισματικής και Χρηματοπιστωτικής Επιτροπής (IMFC) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Μοχάμεντ Αλ Τζαντάν, προειδοποιώντας ωστόσο ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού. Η ολοκλήρωση της ετήσιας συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ σημαδεύτηκε από έντονες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις, καθώς σχεδόν οι μισοί αντιπρόσωποι αποχώρησαν από την αίθουσα κατά τη διάρκεια της ομιλίας του Ρώσου υπουργού Οικονομικών, διαμαρτυρόμενοι για τη συνεχιζόμενη εισβολή στην Ουκρανία.

σχετικά άρθρα

Ο υπουργός Οικονομικών της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος προεδρεύει της IMFC, επισήμανε ότι η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να επιδεικνύει «αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα», παρά τις σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζει, από τους πολέμους και τις απειλές για την ενεργειακή και επισιτιστική ασφάλεια μέχρι τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους και τους κινδύνους που συνδέονται με την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.

«Το μήνυμα των μελών της IMFC είναι σαφές: δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού», δήλωσε κατά την τελική συνέντευξη Τύπου της συνόδου, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 18.000 εκπρόσωποι από όλο τον κόσμο.

Στην ανακοίνωση της προεδρίας επισημαίνεται ότι η κλιμάκωση των συγκρούσεων και των εμπορικών εντάσεων ενδέχεται να προκαλέσει νέες διαταραχές στις κρίσιμες εμπορικές διαδρομές, να ενισχύσει τις πιέσεις στις τιμές των εμπορευμάτων και των ενεργειακών προϊόντων και να επιδεινώσει την ενεργειακή και επισιτιστική ασφάλεια.

Ο Αλ Τζαντάν κάλεσε τις κυβερνήσεις να προχωρήσουν στην ανασύσταση των δημοσιονομικών αποθεμάτων ασφαλείας, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και τη συνέχιση των επενδύσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη. Υπογράμμισε επίσης την ανάγκη διατήρησης της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών, καθώς και την εφαρμογή πολιτικών που ενθαρρύνουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διεθνή συνεργασία, την οποία χαρακτήρισε καθοριστική για την αντιμετώπιση των μεγάλων παγκόσμιων ανισορροπιών και των εμπορικών αντιπαραθέσεων.

Από την πλευρά της, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, χαρακτήρισε παραγωγικές τις εργασίες της συνόδου, επισημαίνοντας ωστόσο ότι μεταξύ των κρατών-μελών επικρατεί αυξημένη ανησυχία για τη διεύρυνση των οικονομικών αποκλίσεων.

Όπως ανέφερε, πολλές χώρες χαμηλού εισοδήματος, οι οποίες δεν συμμετέχουν στην αλυσίδα αξίας της τεχνητής νοημοσύνης, φοβούνται ότι θα μείνουν ακόμη περισσότερο πίσω, καθώς η τεχνολογική πρόοδος δημιουργεί νέες ανισότητες μεταξύ των οικονομιών.

Η Γκεοργκίεβα σημείωσε ότι, παρά τα επαναλαμβανόμενα οικονομικά σοκ και τον γεωπολιτικό κατακερματισμό, εξακολουθεί να υπάρχει ισχυρή επιθυμία για πολυμερή διάλογο και συνεργασία.

Η σύνοδος, πάντως, σημαδεύτηκε από τη μαζική αποχώρηση αντιπροσώπων κατά την παρέμβαση του Ρώσου υπουργού Οικονομικών, Αντόν Σιλουάνοφ, ο οποίος απευθύνθηκε στην επιτροπή στα ρωσικά.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Bundesbank, Γιοάχιμ Νάγκελ, σχεδόν το 50% των αντιπροσώπων εγκατέλειψε την αίθουσα, στέλνοντας σαφές μήνυμα διαμαρτυρίας προς τη Μόσχα για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ο Νάγκελ χαρακτήρισε την κίνηση ισχυρή ένδειξη αλληλεγγύης και προσήλωσης στις ευρωπαϊκές αξίες, υπογραμμίζοντας ότι ο τερματισμός του πολέμου θα αποτελούσε την καλύτερη εξέλιξη για την παγκόσμια οικονομία.

Μεταξύ όσων αποχώρησαν περιλαμβάνονταν, σύμφωνα με πληροφορίες, αντιπρόσωποι από τη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Δανία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία, τη Νορβηγία, τη Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία. Η Τράπεζα της Αγγλίας επιβεβαίωσε ότι στην αποχώρηση συμμετείχε και ο διοικητής της, Άντριου Μπέιλι.

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, έχει προκαλέσει επανειλημμένα σοβαρές διαφωνίες στο εσωτερικό της IMFC, εμποδίζοντας τα προηγούμενα χρόνια την έκδοση κοινών ανακοινωθέντων με ομοφωνία.

Παρά τη νέα ένταση, ο Αλ Τζαντάν υπογράμμισε ότι τα μέλη κατέληξαν τελικά σε συμφωνία επί της ανακοίνωσης της προεδρίας, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα ουσιαστική επιτυχία της συνόδου.

Οι διαφωνίες αναδείχθηκαν και στις συνεδριάσεις της G20, καθώς η Γερμανία προειδοποίησε κατά των προσπαθειών επανένταξης της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή, ενώ η Ουάσιγκτον υπερασπίστηκε τη συμμετοχή της Μόσχας στις συζητήσεις.

Η υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Έριν Μπράουν, δήλωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί απαραίτητη τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, υποστηρίζοντας ότι η επίλυση των κρίσεων προϋποθέτει διάλογο μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.

Την ίδια ώρα, οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ουκρανίας παραμένουν τεταμένες, με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι να επικρίνει τη συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για το ντίζελ και να χαιρετίζει το ενδεχόμενο ενίσχυσης του ευρωπαϊκού ρόλου στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

Ο Αμερικανός πρόεδρος, από την πλευρά του, επέκρινε εκ νέου τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, ενώ την Παρασκευή προχώρησε σε εξαίρεση από νέα νομοθετική απαίτηση για την επιβολή αυστηρών κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Η ετήσια σύνοδος του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας ολοκληρώθηκε έτσι με διπλό μήνυμα: η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να αντέχει στις διαδοχικές κρίσεις, αλλά οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις, οι ενεργειακές αναταράξεις, το υψηλό χρέος και οι νέες τεχνολογικές ανισότητες διατηρούν αυξημένους τους κινδύνους για την ανάπτυξη.